Σε πρόσφατη έρευνα (δημοσίευση τον Μάιο του 2021) έγινε μια καταλογοποίηση των χημικών ενώσεων που έχουν ανακαλυφθεί και ταυτοποιηθεί στο φυτό της κάνναβης. Υπάρχουν 5 βασικές κατηγορίες χημικών ενώσεων οι οποίες είναι, τα κανναβινοειδή, τα αλκαλοειδή, τα φλαβονοειδή, οι μη κανναβινοειδείς φαινόλες και τα τερπένια. Συνολικά υπάρχουν πάνω από 500 ενώσεις και οι 300+ από αυτές είναι πλέον γνωστές και ταυτοποιημένες και αρκετές από αυτές έχουν διερευνηθεί και για τις επιδράσεις τους στην ανθρώπινη υγεία. Πολλές από αυτές τις ενώσεις είναι μοναδικές στο φυτό της κάνναβης (ειδικά τα κανναβινοειδή) και αποδεδειγμένα πλέον η κάνναβη είναι το μοναδικό φυτό που έχει ένα τέτοιο πλήθος ενώσεων και από ότι ξεκαθαρίζει πλέον μέσα από χιλιάδες μελέτες, αυτές οι ενώσεις έχουν και πολλά και διαφορετικά οφέλη για την ανθρώπινη υγεία.
Παραθέτω την λίστα με όλες τις ταυτοποιημένες χημικές ενώσεις της κάνναβης (είχα την εντύπωση ότι ήξερα ήδη πολλές από αυτές, αλλά διαπίστωσα ότι τελικά δεν ήξερα ούτε το 20%), χωρισμένες σε κατηγορίες και υποκατηγορίες και μετά ακολουθεί η αναφορά της σχετικής έρευνας / μελέτης με το μεταφρασμένο κείμενο της περίληψης, της εισαγωγής και των συμπερασμάτων.
Λίστα χημικών ενώσεων στην κάνναβη
* Κανναβινοειδή (cannabinoids) τύπου Δ9-THC
- (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινόλη / (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinol (Δ9-THC, 1)
- (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολικό οξύ Α / (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolic acid A (Δ9-THCAA, 2)
- (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολικό οξύ Β / (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolic acid B (Δ9-THCAB, 3)
- (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινόλη-C4 / (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinol-C4 (Δ9-THC-C4, 4)
- (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολικό οξύ A-C4 / (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolic A-C4 (Δ9-THCAA-C4, 5)
- (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβιβαρίνη / (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabivarin (Δ9-THCV, 6)
- (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβιβαρινικό οξύ / (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabivarinic acid (Δ9-THCVAA, 7)
- (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβιορκόλη / (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabiorcol (Δ9-THCO ή Δ9-THC1, 8)
- (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβιορκολικό οξύ / (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabiorcolic acid (Δ9-THCOAA, 9)
- (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινάλη / (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinal (Δ9-THC αλδεΰδη, 10)
- β-φενχυλο (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολάτη / β-fenchyl (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolate (11)
- α-φενχυλο (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολάτη / α-fenchyl (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolate (12)
- επι-βορνύλιο (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολάτη / epi-bornyl (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolate (13)
- βορνύλιο (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολάτη / bornyl (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolate (14)
- α-τερπενύλιο (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολάτη / α-terpenyl (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolate (15)
- 4-τερπενύλιο (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολάτη / 4-terpenyl (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolate (16)
- α-καδινυλ (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολάτη / α-cadinyl (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolate (17)
- γ-ευδεσμύλιο (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολάτη / γ-eudesmyl (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolate (18)
- 8α-υδροξυ-(−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινόλη / 8α-hydroxy-(−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinol (19)
- 8β-υδροξυ-(−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινόλη / 8β-hydroxy-(−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinol (20)
- 11-ακετοξυ-(−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολικό οξύ Α / 11-acetoxy-(−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolic acid A (21)
- 8-οξο-(−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινόλη / 8-oxo-(−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinol (22)
- Kανναβισόλη (cannabisol) (23)
- (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβιφορόλη / (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabiphorol (24)
- (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβιεξόλη / (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabihexol) (25)
* Κανναβινοειδή (cannabinoids) τύπου Δ8-THC
- (−)-Δ8-trans-τετραϋδροκανναβινόλη / (−)-Δ8-trans-tetrahydrocannabinol (Δ8-THC, 26)
- Δ8-trans-τετραϋδροκανναβινολικό οξύ Α / Δ8-trans-tetrahydrocannabinolic acid A (Δ8-THCA, 27)
- 10α-υδροξυ-Δ8-τετρα-υδροκανναβινόλη / 10α-hydroxy-Δ8-tetra-hydrocannabinol (28)
- 10β-υδροξυ-Δ8-τετρα-υδροκανναβινόλη / 10β-hydroxy-Δ8-tetra-hydrocannabinol (27)
- 10α-α-υδροξυ-10-οξο-Δ8-τετραϋδροκανναβινόλη / 10a-α-hydroxy-10-oxo-Δ8-tetrahydrocannabinol (30)
* Κανναβινοειδή (cannabinoids) τύπου CBG
- Κανναβιγερόλη / cannabigerol ((E)-CBG, 31)
- Κανναβιγερολικό οξύ / cannabigerolic acid (CBGAA, 32)
- Μονομεθυλαιθέρας της (E)-CBG / monomethyl ether of (E)-CBG (CBGM, 33)
- Μονομεθυλαιθέρας του CBGAA / monomethyl ether of CBGAA (CBGAM, 34)
- Κανναβιγεροβαρίνη / cannabigerovarin (CBGV, 35)
- Κανναβιγεροβαρινικό οξύ / cannabigerovarinic acid (CBGVA, 36)
- Κανναβινερολικό οξύ / cannabinerolic acid ((Z)CBGA, 37)
- 5-ακετυλ-4-υδροξυ-κανναβιγερόλη / 5-acetyl-4-hydroxy-cannabigerol (38)
- γ-ευδεσμυλο-κανναβιγερολάτη / γ-eudesmyl-cannabigerolate (37)
- α-καδινυλο-κανναβιγερολάτη / α-cadinyl-cannabigerolate (38)
- (±)-6,7-trans-εποξυκανναβιγερολικό οξύ / (±)-6,7-trans-epoxycannabigerolic acid (41)
- (±)-6,7-cis-εποξυκανναβιγερολικό οξύ / (±)-6,7-cis-epoxycannabigerolic acid (42)
- (±)-6,7-cis-εποξυκανναβιγερόλη / (±)-6,7-cis-epoxycannabigerol (43)
- (±)-6,7-trans-επξοϋκανναβιγερόλη / (±)-6,7-trans-epxoycannabigerol (44)
- Καμαγερόλη / camagerol (45) [πολικό παράγωγο διυδροξυκανναβιγερόλης / polar dihydroxycannabigerol derivative]
- Σεσκικανναβιγερόλη / sesquicannabigerol (46) [φαρνεσυλικό πρενύλογο κανναβιγερόλης / farnesyl prenylogue of cannabigerol]
* Κανναβινοειδή (cannabinoids) τύπου CBD, CBND, CBE και CBL
- Κανναβιδιόλη / cannabidiol (CBD, 47)
- Κανναβιδιολικό οξύ / cannabidiolic acid (CBDA-C5, 48)
- Μονομεθυλαιθέρας κανναβιδιόλης / cannabidiol monomethylether (CBDM-C5, 49)
- Κανναβιδιβουτόλη / cannabidibutol (CBD-C4 50)
- Κανναβιδιβαρίνη / cannabidivarin (CBDV-C3, 51)
- Κανναβιδιβαρινικό οξύ / cannabidivarinic acid (CBDVA, 52)
- Κανναβιδιόρκολη / cannabidiorcol (CBD-C1, 53)
- Κανναβιδιεξόλη / cannabidihexol (CBDH, 54)
- Κανναβιδιφορόλη / cannabidiphorol (CBDP, 55)
- Κανναβιτοβινόλη / cannabitwinol (CBDD, 56)
- Τύπου κανναβινοδιόλης / cannabinodiol (CBND)
- Κανναβινοδιβιρίνη / cannabinodivirin (CBND-C3, 57)
- Κανναβινοδιόλη / cannabinodiol (CBND-C5, 58)
- Τύπου κανναβιελσοΐνης / cannabielsoin (CBE)
- Κανναβιελσοΐνη / cannabielsoin (CBE-C5, 59)
- κανναβιελσοϊνικό οξύ Α / cannabielsoin acid A (CBEAA, 60)
- κανναβιελσοϊνικό οξύ Β / cannabielsoin acid B (CBEAB, 61)
- κανναβιελσοϊκό οξύ B-C3 (cannabielsoic acid B-C3, CBEAB-C3, 63)
- Τύπου κανναβικυκλόλης / cannabicyclol (CBL)
- Κανναβικυκλόλη / cannabicyclol (CBL, 64)
- Κανναβικυκλολικό οξύ / cannabicyclolic acid (CBLA, 65)
- Κανναβικυκλοβαρίνη / cannabicyclovarin (CBLV, 66)
* Τύπου κανναβιχρωμένης / cannabichromene (CBC)
- Κανναβιχρωμένη / cannabichromene (CBC, 67)
- Κανναβιχρωμενικό οξύ / cannabichromenic acid (CBCA, 68)
- Κανναβιβαριχρωμένη / cannabivarichromene (± CBCV, 69)
- Κανναβιχρωμεβαρίνη / cannabichromevarin (+ CBCV, 70)
- Κανναβιχρωμeβαρινικό οξύ / cannabichromevarinic acid (CBCVA, 71)
- (±)-4-ακετοξυκανναβιχρωμένη / (±)-4-acetoxycannabichromene (72)
- (±)-3″-υδροξυ-Δ4″-κανναβιχρωμένη / (±)-3”-hydroxy-Δ4”-cannabichromene (73)
- (-)-7-υδροξυκανναβιχρωμάνη / (–)-7-hydroxycannabichromane (74)
* Τύπου κανναβινόλης / cannabinol (CBN)
- Κανναβινόλης / cannabinol (CBN)
- 8-υδροξυκανναβινόλη / 8-hydroxycannabinol) (83)
- 8-υδροξυκανναβινολικό οξύ Α / 8-hydroxy cannabinolic acid A (84)
- 1’S-υδροξυ-κανναβινόλη / 1′S-hydroxy-cannabinol (85)
- 4-τερπενυλ κανναβινολάτη / 4-terpenyl cannabinolate (86)
* Τύπου κανναβιτριόλης / cannabitriol (CBT)
- Κανναβιτριόλη / cannabitriol (CBT, 87)
- (−)-trans-CBT-C5 (87)
- (+)-trans-CBT-C5 (88)
- (±)-cis-CBT-C5 (89)
- (±)- trans-CBT-C3 (90)
- CBT-C3-ομόλογο / CBT-C3-homologue (91)
- (−)-trans-CBT-OEt-C5 (92)
- (–)-trans-CBT-OEt-C3 (93)
- 8,9-Di-OH-CBT-C5 (94)
- CBDA-C5 9-OH-CBT-C5 εστέρας / CBDA-C5 9-OH-CBT-C5 ester (95)
* Διάφοροι τύποι κανναβινοειδών
- Αφυδροκανναβιφουράνη / dehydrocannabifuran (DCBF-C5, 96)
- Κανναβιφουράνη / cannabifuran (CBF-C5, 97)
- 8-υδροξυ-ισοεξαϋδροκανναβιβιρίνης / 8-hydroxy-isohexahydrocannabivirin (OH-iso-HHCV-C3, 98)
- 10-οξο-Δ6a(10a)-τετραϋδρο-κανναβινόλη / 10-oxo-Δ6a(10a)-tetrahydro-cannabinol (OTHC, 99)
- Κανναβικιτράνη / cannabicitran (100)
- (–)-Δ9-cis-(6aS,10aR)-τετραϋδρο-κανναβινόλη / (–)-Δ9-cis-(6aS,10aR)-tetrahydro-cannabinol (cis-Δ9 -THC, 101)
- Κανναβικουμαρονόνης / cannabicoumaronone (CBCON-C5, 102)
- Κανναβιριψόλης / cannabiripsol (CBR, 103)
- Κανναβιτετρόλη / cannabitetrol (CBTT, 104)
- Κανναβιχρωμανόνη-C5 / cannabichromanone-C5 (CBCN-C5, 105)
- Κανναβιχρωμανόνης-C3 / cannabichromanone-C3 (CBCN-C3, 106)
- (±)-Δ7-cis-ισοτετραϋδροκανναβιβαρίνη-C3 / (±)-Δ7-cis-isotetrahydrocannabivarin-C3 (cis-iso-Δ7-THCV, 107)
- (-)-Δ7-trans-(1R,3R,6R)-ισοτετραϋδροκανναβιβαρίνη-C3 / (–)-Δ7-trans-(1R,3R,6R)-isotetrahydrocannabivarin-C3 (trans-iso-Δ7-THCV, 108)
- (–)-Δ7-trans-(1R,3R,6R)-ισοτετραϋδροκανναβινόλη-C5 / (–)-Δ7-trans-(1R,3R,6R)-isotetrahydrocannabinol-C5 (trans-iso-Δ7-THC, 109)
- Κανναβιχρωμανόνη B / cannabichromanone B (110)
- Κανναβιχρωμανόνη C / cannabichromanone C (111)
- Κανναβιχρωμανόνη D / cannabichromanone D (112)
- (–)-(7R)-κανναβικουμαρονονικό οξύ / (–)-(7R)-cannabicoumarononic acid (113)
- 4-ακετοξυ-2-γερανυλ-5-υδροξυ-3-n-πεντυλφαινόλη / 4-acetoxy-2-geranyl-5-hydroxy-3-n-pentylphenol (114)
- 2-γερανυλ-5-υδροξυ-3-n-πεντυλ-1,4-βενζοκινόνη / 2-geranyl-5-hydroxy-3-n-pentyl-1,4-benzoquinone (115)
- 5-ακετοξυ-6-γερανυλ-3-n-πεντυλ-1,4-βενζοκινόνη / 5-acetoxy-6-geranyl-3-n-pentyl-1,4-benzoquinone (116)
- Κανναβιμοβόνη / cannabimovone (CBM, 117)
- Κανναβιοξεπάνη / cannabioxepane (CBX, 118)
- 10α-υδροξυ-Δ9,11-εξαϋδροκανναβινόλη / 10α-hydroxy-Δ9,11-hexahydrocannabinol (119)
- 9β,10β-εποξυεξαϋδροκανναβινόλη / 9β,10β-epoxyhexahydrocannabinol (120)
- 9α-υδροξυεξαϋδροκανναβινόλη / 9α-hydroxyhexahydrocannabinol (121)
- 7-οξο-9α-υδροξυεξα-υδροκανναβινόλη / 7-oxo-9α-hydroxyhexa-hydrocannabinol (122)
- 10α-υδροξυεξαϋδροκανναβινόλη / 10α-hydroxyhexahydrocannabinol (123)
- 10αΡ-υδροξυεξαϋδροκανναβινόλη / 10aR-hydroxyhexahydrocannabinol (124)
- 9α-υδροξυ-10-οξο-Δ6α,10α-τετραϋδροκανναβινόλη / 9α-hydroxy-10-oxo-Δ6a,10a-tetrahydrocannabinol (125)
* Μη κανναβινοειδείς φαινόλες / phenols
- Σπειρο-ινδάνες (spiro-indans)
- Κανναβισπιράνη / cannabispiran (ή κανναβισπιρόνη / cannabispirone) (126)
- Κανναβισπιρενόνη / cannabispirenone (127)
- Ισομερές κανναβισπιρενόνης / cannabispirenone isomer (128)
- Κανναβισπιραδιενόνη / cannabispiradienone (129)
- Κανναβισπιρόλη / cannabispirol (ή β-κανναμπισπιρόλη / β-cannabispirol) (130)
- Ακετυλική κανναβισπιρόλη / acetyl cannabispirol (131)
- 5-υδροξυ-7-μεθοξυινδαν-1-σπειρο-κυκλοεξάνη / 5-hydroxy-7-methoxyindan-1-spiro-cyclohexane (132)
- 7-υδροξυ-5-μεθοξυινδαν-1-σπειρο-κυκλοεξάνη / 7-hydroxy-5-methoxyindan-1-spiro-cyclohexane (133)
- 5,7-διυδροξυινδαν-1-σπειρο-κυκλοεξάνη / 5,7-dihydroxyindan-1-spiro-cyclohexane (134)
- Ισοκανναβισπιράνη / isocannabispiran (135)
- 7-Ο-μεθυλ-κανναβισπιρόνη / 7-O-methyl-cannabispirone (136)
- Ισοκανναβισπιραδιενόνη / isocannabispiradienone (137)
- α-κανναβισπιρανόλη / α-cannabispiranol (138)
- Κανναβισπιρκετάλη / cannabispirketal (139)
- α-κανναβισπιρανόλη-4′-Ο-β-γλυκοπυρανόζη / α-cannabispiranol-4′-O-β-glucopyranose (140)
- Πρενυλσπιροδιενόνη / prenylspirodienone (141)
- Διυδροστιλβένια (dihydrostilbenes)
- 3-[2-(4-υδροξυφαινυλ)-αιθυλ]-5-μεθοξυφαινόλη / 3-[2-(4-hydroxyphenyl)-ethyl]-5-methoxyphenol) (142)
- 3-[2-(3-υδροξυ-4-μεθοξυφαινυλ)-αιθυλ]-5-μεθοξυφαινόλη / 3-[2-(3-hydroxy-4-methoxyphenyl)-ethyl]-5-methoxyphenol) (143)
- 3-[2-(3-ισοπρενυλ-4-υδροξυ-5-μεθοξυ-φαινυλ)-αιθυλ]-5-μεθοξυφαινόλη / 3-[2-(3-isoprenyl-4-hydroxy-5-methoxy-phenyl)-ethyl]-5-methoxyphenol) (144)
- Καννιπρένη / canniprene (145)
- Κανναβιστιλβένιο I / cannabistilbene I (146)
- Κανναβιστιλβένιο II / cannabistilbene II (147)
- 3,4′,5-τριυδροξυ-διυδροστιλβένιο / 3,4′,5-trihydroxy-dihydrostilbene (148)
- α,α’-διυδρο-3′,4,5′-τριυδροξυ-4′-μεθοξυ-3-ισοπεντενυλστιλβένιο / α,α′-dihydro-3′,4,5′-trihydroxy-4′-methoxy-3-isopentenylstilbene (149)
- α,α’-διυδρο-3,4′,5-τριυδροξυ-4-μεθοξυ-2,6-διισοπεντυλεστιλβένιο / α,α′-dihydro-3,4′,5-trihydroxy-4-methoxy-2,6-diisopentenylstilbene (150)
- α,α’-διυδρο-3′,4,5′-τριυδροξυ-4′-μεθοξυ-2′,3-διισοπεντυλστιλβένιο / α,α′-dihydro-3′,4,5′-trihydroxy-4′-methoxy-2′,3-diisopentenylstilbene (151)
- α,α’-διυδρο-3,4′,5-τριυδροξυ-4,5′-διισοπεντυλστιλβένιο / α,α′-dihydro-3,4′,5-trihydroxy-4,5′-diisopentenylstilbene) (152)
- Κομπρεταστατίνη Β-2 / combretastatin B-2 (153)
- Διυδροφαιναθρένια (dihydrophenathrenes)
- Κανναβιδιϋδροφαινανθρένιο / cannabidihydrophenanthrene (καννιθρένιο 1 / cannithrene 1) (154)
- Καννιθρένιο 2 / cannithrene 2 (155)
- 4,5-διυδροξυ-2,3,7-τριμεθοξυ-9,10-διυδροφαινανθρένιο / 4,5-dihydroxy-2,3,7-trimethoxy-9,10-dihydrophenanthrene (156)
- 4-υδροξυ-2,3,6,7-τετραμεθοξυ-9,10-διυδροφαινανθρένιο / 4-hydroxy-2,3,6,7-tetramethoxy-9,10-dihydrophenanthrene (157)
- Φαινεθρένιο / phenethrene (158)
- 4,7-διμεθοξυ-1,2,5 -τριυδροξυφαινανθρένιο / 4,7-dimethoxy-1,2,5-trihydroxyphenanthrene (158)
- 1,4-φαινανθρενοκινόνη / 1,4-phenanthrenequinone, ντενβινοβίνη / denbinobin (159)
- 2,3,5,6-τετραμεθοξυ 9,10-διυδροφαινανθρενδιόνη / 2,3,5,6-tetramethoxy 9,10-dihydrophenanthrenedione (160)
- Απλές φαινόλες (simple phenols)
- Ευγενόλη / eugenol (161)
- Μεθυλευγενόλη / methyleugenol (162)
- Ισο-ευγενόλη / iso-eugenol (163)
- τρανς-ανεθόλη / trans-anethol (164)
- cis-ανεθόλη / cis-anethol (165)
- Βανιλλίνη / vanillin (166)
- β-D-γλυκοζίτης φθορογλουκινόλης / phloroglucinol β-D-glucoside (167)
* Φλαβονοειδή (flavonoids)
- Bιτεξίνη (vitexin) (172)
- Kυτισοσίδη (cytisoside) (176)
- Kυτισοσίδη γλυκοσίδιο (cytisoside glucoside) (177)
- Kαννιφλαβίνη A (canniflavin A) (189, πρενυλφλαβόνη / prenyl flavone)
- Kαννιφλαβίνη B (canniflavin B) (190, γερανυλφλαβόνη / geranyl flavone)
- Kαννιφλαβίνη C (canniflavin C) (191)
- 6-πρενυλαπιγενίνη (6-prenylapigenin) (185)
- Xρυσοεριόλη (chrysoeriol) (192)
- Γλυκοζίτης απιγενιν-6,8-δι-C-β-D-γλυκοπυρανοσίδη (glycoside apigenin-6,8-di-C-β-D-glucopyranoside) (186)
- Καιμπφερολ-3-Ο-σοφοροσίδη (kaempferol-3-O-sophoroside) (196)
- Κερσετίνη-3-Ο-σοφοροσίδη (quercetin-3-O-sophoroside) (197)
- Ρουτίνη (rutin) (198)
- Κερσετίνη / quercetin (199)
- Ναρινγκενίνη / naringenin (200)
- Ναρινγκίνη / naringin (201)
* Τερπένια (terpenes)
- * Μονοτερπένια (monoterpenes)
- Μυρσένιο / myrcene (202)
- cis-β-οκιμένιο / cis-β-ocimene (203)
- trans-β-οκιμένιο / trans-β-ocimene (204)
- p-κυμένιο / p-cymene (205)
- 1-μεθυλ-4-ισοπροπενυλ-βενζολίου ή δεϋδρο-p-κυμένιου / 1-methyl-4-isopropenyl-benzene ή dehydro-p-cymene (208)
- α-τερπινένιο / α-terpinene (207)
- β-φελανδρένιο / β-phellandrene (208)
- Λιμονένιο / limonene (209)
- γ-τερπινένιο / γ-terpinene (209b)
- α-τερπινολένιο / α-terpinolene (210)
- α-φελλανδρίνη / α-phellandrene (211)
- 3-φαινυλ-2-μεθυλ-προπ-1-ένιο / 3-phenyl-2-methyl-prop-1-ene (213)
- α-πινένιο / α-pinene (214)
- β-πινένιο / β-pinene (215)
- Καμφένιο / camphene (216)
- Δ3-καρένιο / Δ3-carene (217)
- Δ4-καρένιο / Δ4-carene (218)
- Σαβινένιο / sabinene (219)
- α-θουένιο / α-thujene (220)
- Λιναλοόλη / linalool (221)
- Κιτράλη Β / citral B (222)
- Νερόλη / nerol (223)
- Γερανιόλη / geraniol (224)
- Ιψδιενόλη / ipsdienol (225)
- Κιτρονελλόλη / citronellol (226)
- 2-μεθυλ-2-επτενο-6-όνη / 2-methyl-2-heptene-6-one (227)
- Γερανυλ-ακετόνη / geranyl acetone (228)
- μ-μεθα-1,8-(9)-διεν-5-όλη / m-mentha-1,8-(9)-dien-5-ol (229)
- Καρβακρόλη / carvacrol (230)
- Πιπεριτενόνη / piperitenone (231)
- Καρβόνη / carvone (231b)
- α-τερπινεόλη / α-terpineol (232)
- Τερπινενο-4-όλη / terpinene-4-ol (233)
- Πουλεγόνη / pulegone (235)
- Διυδροκαρβόνη / dihydrocarvone (236)
- β-τερπινεόλη / β-terpineol (237)
- Οξικός διϋδροκαρβυλεστέρας / dihydrocarveyl acetate (238)
- ρ-κυμεν-8-όλη / p-cymene-8-ol (239)
- cis-καρβεόλη / cis-carveol (240)
- β-κυκλοκιτράλη / β-cyclocitral (241)
- Σαφρανάλη / safranal (242)
- Οξείδιο λιναλοόλης / linalool oxide (243)
- Οξείδιο cis-λιναλοόλη / cis-linalool oxide (244)
- Περιλλένιο / perillene (245)
- Σαβινόλη / sabinol (246)
- Θουτζυλική αλκοόλη / thujyl alcohol (247)
- cis-ένυδρο σαβινένιο / cis-sabinene hydrate (248)
- Ένυδρο σαβινένιο / sabinene hydrate (249)
- 1,8-κινεόλη / 1,8-cineol (250)
- 1,4-κινεόλη / 1,4-cineol (251)
- Οξείδιο πιπεριτόνης / piperitone oxide (252)
- Οξείδιο πιπεριτενόνης / piperitenone oxide (253)
- Φαινχυλική αλκοόλη / fenchyl alcohol (254)
- Φενχόνη / fenchone (255)
- Βορνεόλη / borneol (256)
- Οξικός βορνυλεστέρας / bornyl acetate (257)
- Καμφορά / camphor (258)
- Ένυδρο καμφένιο / camphene hydrate (259)
- α-οξείδιο πινενίου / α-pinene oxide (260)
- Πινοκαρβεόλη / pinocarveol (261)
- Πινοκαρβόνη / pinocarvone (262)
- Σεσκιτερπένια (Sesquiterpenes)
- α-καρυοφυλλενίου (α-χουμουλένιο) / caryophyllene (α-humulene) (263)
- β-καρυοφυλλένιο / β-caryophyllene (264)
- Οξείδιο καρυοφυλλενίου / caryophyllene oxide (265)
- Κουρκουμένιο / curcumene (266)
- α-τρανς-περγαμοτένιο / α-trans-bergamotene (267)
- α-σελινένιο / α-selinene (268)
- β-φαρνεσένιο / β-farnesene (269)
- Λονγκιφολένιο / longifolene (270)
- Εποοξείδιο χουμουλένιου I / humulene epooxide I (271)
- Εποοξείδιο χουμουλένιου II / humulene epooxide II (272)
- Καρυοφυλλενική αλκοόλη (καρυοφυλλενόλη) / caryophyllene alcohol (caryophyllenol) (273)
- β-βισαβολένιο / β-bisabolene (274)
- Αλλο-αρωματενδρένιο / allo-aromadendrene (275)
- Καλαμενένιο / calamenene (276)
- α-κοπαένιο / α-copaene (277)
- Νερολιδόλη / nerolidol (278)
- α-γκουρτζουνένιο / α-gurjunene (279)
- Ισο-καρυοφυλλένιο / iso-caryophyllene (280)
- β-σελινένιο / β-selinene (281)
- Σελίνα-3,7(11)-διένιο / selina-3,7(11)-diene (282)
- Σελίνα-4(14),7(11)-διένιο / selina-4(14),7(11)-diene (283)
- α-βισαβολόλη / α-bisabolol (284)
- α-κεδρένιο / α-cedrene (285)
- α-κυβεμπένιο / α-cubebene (286)
- δ-καδινένιο / δ-cadinene (287)
- Επι-β-σανταλένιο / epi-β-santalene (288)
- Φαρνεσόλη / farnesol (289)
- γ-καδινένιο / γ-cadinene (290)
- γ-ελεμένιο / γ-elemene (291)
- γ-ευδεσμόλη / γ-eudesmol (292)
- Γουαϊόλη / guaiol (293)
- Λεδόλη / ledol (294)
- trans-trans-α-φαρνεσένιο / trans-trans-α-farnesene (295)
- (Ζ)-β-φαρνεσένιο / (Z)-β-farnesene (296)
- Φαρνεσυλο-ακετόνη / farnesyl acetone
- α-καδινένιο / α-cadinene (298)
- α-cis-περγαμοτένιο / α-cis-bergamotene (299)
- α-ευδεσμόλη / α-eudesmol (300)
- α-γουαϊένιο / α-guaiene (301)
- α-λονγκιπινένιο / α-longipinene (302)
- α-υλαγγίνη / α-ylangene (303)
- β-ελεμένιο / β-elemene (304)
- β-ευδεσμόλη / β-eudesmol (305)
- Επι-α-δισαβολόλη / epi-α-bisabolol (306)
- γ-cis-δισαβολένιο / γ-cis-bisabolene (307)
- γ-κουρκουμένιο / γ-curcumene (308)
- γ-μουουρολένιο / γ-muurolene (309)
- γ-trans-δισαβολένιο / γ-trans-bisabolene (310)
- Βιριδιφλορένιο / viridiflorene (311)
- Γκερμακρένιο-Β / germacrene-B (312)
- Κλοβανδιόλη / clovandiol (313)
- Διτερπένια (Diterpenes)
- Φυτόλη / phytol (314)
- Νεοφυταδιένιο / neophytadiene (315)
- Τριτερπένια (Triterpenes)
- Φριδελίνη / friedelin (friedelan-3-one) (316)
- Επιφριδελανόλης / epifriedelanol (317)
- Διάφορα τερπένια
- Βομιφολιόλη / vomifoliol (318)
- Διυδροβομιφολιόλη / dihydrovomifoliol (319)
- β-ιονόνη / β-ionone (320)
- Διυδροακτινιδιολίδιο / dihydroactinidiolide (321)
* Αλκαλοειδή (alkaloids)
- Κανναβισατιβίνη / cannabisativine (316)
- Ανυδροκανναβισατιβίνη / anhydrocannabisativine (323)
Η έρευνα
Mohamed M Radwan, Suman Chandra, Shahbaz Gul, Mahmoud A ElSohly, İhsan Çalış, Horváth Györgyi, Agnieszka Ludwiczuk “Cannabinoids, Phenolics, Terpenes and Alkaloids of Cannabis” (Κανναβινοειδή, Φαινολικά, Τερπένια και Αλκαλοειδή της Κάνναβης) Molecules. 2021 May;26(9):2774.
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC8125862/
Περίληψη
“Το Cannabis sativa είναι ένα από τα παλαιότερα φαρμακευτικά φυτά στον κόσμο. Εισήχθη στη δυτική ιατρική στις αρχές του 19ου αιώνα. Περιέχει ένα σύνθετο μείγμα δευτερογενών μεταβολιτών, συμπεριλαμβανομένων κανναβινοειδών και συστατικών μη κανναβινοειδούς τύπου. Περισσότερες από 500 ενώσεις έχουν αναφερθεί από το C. sativa, από τις οποίες 125 κανναβινοειδή έχουν απομονωθεί ή/κα ταυτοποιηθεί ως κανναβινοειδή. Τα κανναβινοειδή είναι C21 τερπενο-φαινολικές ενώσεις ειδικές για την κάνναβη. Τα μη κανναβινοειδή συστατικά περιλαμβάνουν: μη κανναβινοειδείς φαινόλες, φλαβονοειδή, τερπένια, αλκαλοειδή και άλλα. Αυτή η ανασκόπηση συζητά την χημεία των κανναβινοειδών και των κύριων μη κανναβινοειδών συστατικών (τερπένια, μη κανναβινοειδή φαινολικά και αλκαλοειδή) με ιδιαίτερη έμφαση στις χημικές δομές, τις μεθόδους απομόνωσης και την ταυτοποίησή τους”.
Λέξεις κλειδιά: Cannabis sativa, cannabinoids, non-cannabinoid phenols, flavonoids, terpenes, alkaloids (Cannabis sativa, κανναβινοειδή, μη κανναβινοειδείς φαινόλες, φλαβονοειδή, τερπένια, αλκαλοειδή, αντίστοιχα).
1. Εισαγωγή
Το Cannabis sativa L. ανήκει στην οικογένεια των φυτών Cannabaceae, η οποία έχει μόνο ένα γένος (Cannabis) με μόνο ένα ιδιαίτερα μεταβλητό είδος, το C. sativa. Αυτό είναι ένα από τα παλαιότερα φυτά που καλλιεργούνται για τροφή, φυτικές ίνες και φάρμακα. Αναπτύσσεται σε όλους τους οικοτόπους, από το επίπεδο της θάλασσας έως τους εύκρατους έως τους αλπικούς πρόποδες. Το φυτό προέρχεται από τη Δυτική Ασία και εισήχθη στη δυτική ιατρική στις αρχές του 19ου αιώνα. Η κάνναβη έχει μακρά ιστορία χρήσης ως φάρμακο για την θεραπεία ποικίλων παθήσεων, όπως το άσθμα, η επιληψία, η κόπωση, το γλαύκωμα, η αϋπνία, η ναυτία, ο πόνος και οι ρευματισμοί[1].
Η κάνναβη είναι κυρίως δίοικο φυτό (τα αρσενικά και θηλυκά άνθη εμφανίζονται σε μεμονωμένα φυτά). Εντοπίζεται μόνο περιστασιακά ως ερμαφρόδιτο (αρσενικά και θηλυκά άνθη στο ίδιο φυτό). Ανθίζει σε μια σύντομη φωτοπερίοδο (κάτω από 12 ώρες φωτός) και συνεχίζει να αναπτύσσεται βλαστητικά κατά τις μεγαλύτερες ημέρες φωτοπεριόδου.
Το φυτό είναι ένα χημικά πολύπλοκο είδος, λόγω των πολυάριθμων φυσικών συστατικών του[2]. Τα κανναβινοειδή, μια συγκεκριμένη χημική κατηγορία που βρίσκεται στην κάνναβη, παράγονται στα αδενικά τριχώματα του φυτού. Μεταξύ των κανναβινοειδών συστατικών της κάνναβης, η Δ9-τετραϋδροκανναβινόλη (Δ9-THC), η οποία υπάρχει φυσικά με τη μορφή ενός οξέος (Δ9-τετραϋδροκανναβινολικό οξύ, Δ9-THCA), είναι το κύριο ψυχοδραστικό συστατικό του φυτού. Απαιτείται αποκαρβοξυλίωση του οξέος με την ωρίμανση (παλαίωση) ή τη θερμότητα για να σχηματιστεί η φαρμακολογικά ενεργή Δ9-τετραϋδροκανναβινόλη[3]. Η κανναβιδιόλη (CBD), ένα άλλο κανναβινοειδές τρέχοντος ενδιαφέροντος, αναφέρεται ότι είναι ενεργό ως αντιεπιληπτικός παράγοντας, ιδιαίτερα για την θεραπεία της ανίατης παιδικής επιληψίας[4,5].
Εκτός από τις Δ9-THC και CBD, η τετραϋδροκανναβιβαρίνη (THCV), η κανναβινόλη (CBN), η κανναβιγερόλη (CBG) και η κανναβιχρωμένη ή κανναβιχρωμίνη (CBC) είναι τέσσερα άλλα κύρια κανναβινοειδή που προσδιορίζονται επίσης στο C. sativa. Σύγχρονες μελέτες αναφέρουν ότι οι φαρμακολογικές επιδράσεις των φυτοκανναβινοειδών προκύπτουν από την ικανότητά τους να αλληλεπιδρούν με υποδοχείς κανναβινοειδών ή/και με άλλα είδη φαρμακολογικών στόχων, συμπεριλαμβανομένων των μη κανναβινοειδών υποδοχέων[6]. Μέχρι στιγμής, περισσότερα από 500 συστατικά έχουν αναφερθεί από την κάνναβη, από τα οποία τα 125 ταξινομούνται ως κανναβινοειδή. Τα μη κανναβινοειδή συστατικά περιλαμβάνουν μη κανναβινοειδείς φαινόλες, φλαβονοειδή, τερπένια, αλκαλοειδή και άλλα.
Η παρούσα ανασκόπηση συζητά τη χημεία όλων των αναγνωρισμένων κύριων συστατικών της κάνναβης, συμπεριλαμβανομένων των κανναβινοειδών και μη κανναβινοειδών συστατικών (μη κανναβινοειδείς φαινόλες, φλαβονοειδή, τερπένια και αλκαλοειδή), με ιδιαίτερη έμφαση στις χημικές δομές, τις μεθόδους απομόνωσης και αναγνώρισης. Αυτή η ανασκόπηση ενημέρωσε επίσης την χημεία 125 κανναβινοειδών, 42 φαινολικών, 34 φλαβονοειδών, 120 τερπενίων και 2 αλκαλοειδών. Η τελευταία ανασκόπηση σχετικά με την χημεία της κάνναβης δημοσιεύτηκε από την ομάδα μας το 2017 ως ένα κεφάλαιο βιβλίου που επικεντρώθηκε στα νέα συστατικά που αναφέρθηκαν μόνο μεταξύ 2005 και 2017, αλλά, σε αυτήν την ανασκόπηση, παρείχαμε μια χημική αναφορά για την χημεία των κύριων συστατικών (323 ενώσεις) κάνναβης από το 1940 έως σήμερα μαζί με τις δομές τους. Για τον αναγνώστη, αυτή η ανασκόπηση θα πρέπει να παρέχει σχεδόν όλες τις πληροφορίες για τα κανναβινοειδή και τα μη κανναβινοειδή, τις μεθόδους απομόνωσής τους, την ταυτοποίηση και τις δομές τους σε ένα μέρος. Επιπλέον, αυτές οι 323 ενώσεις περιλαμβάνουν 12 νέες ενώσεις (πέντε κανναβινοειδή, μία κανναβισπιράνη (cannabispiran), τρία φλαβονοειδή και τρία τερπένια). Η συμπερίληψη και των 323 χημικών δομών μαζί με όλες τις άλλες λεπτομέρειες καθιστά αυτήν την ανασκόπηση μοναδική.
2. Κανναβινοειδή: (125 Ενώσεις)
Τα κανναβινοειδή είναι μια ομάδα ενώσεων με χαρακτηριστικό C21 τερπενοφαινολικό σκελετό. Αυτή η ονοματολογία μπορεί να εφαρμοστεί σε μητρικά κανναβινοειδή, παράγωγα κανναβινοειδών και προϊόντα μετασχηματισμού. Αυτά τα κανναβινοειδή μπορούν να ταξινομηθούν περαιτέρω σε 11 υποκατηγορίες κανναβινοειδών, συγκεκριμένα: κανναβιχρωμένη (cannabichromene, CBC), κανναβιδιόλη (cannabidiol, CBD), κανναβιελσοΐνη (cannabielsoin, CBE), κανναβιγερόλη (cannabigerol, CBG), κανναβικυκλόλη (cannabicyclol, CBL), κανναβινόλη (cannabinol, CBN), κανναβινοδιόλη (cannabinodiol, CBND), κανναβιτριόλη (cannabitriol, CBT), (−)-Δ8-trans-τετραϋδροκανναβινόλη ((−)-Δ8-trans-tetrahydrocannabinol, Δ8-THC), (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινόλη ((−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinol, Δ9-THC) και διάφορα κανναβινοειδή.
2.1. Τύπος (−)-Δ9-Trans-Τετραϋδροκανναβινόλη (Δ9-THC) (25 κανναβινοειδή)
Η απομόνωση της καθαρής (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinol ((−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινόλη, Δ9-THC, 1), από ένα εκχύλισμα εξανίου χασίς χρησιμοποιώντας χρωματογραφία στήλης πάνω από florisil ακολουθούμενη από αλουμίνα αναφέρθηκε από τους Goani & Mechoulam το 1964. Ένα κρυσταλλικό παράγωγο νιτροφαινυλουρεθάνης της THC παρασκευάστηκε, ακολουθούμενη από ήπια αλκαλική υδρόλυση για περαιτέρω καθαρισμό της THC. Χρησιμοποιήθηκαν φασματοσκοπικές τεχνικές IR και NMR για την αποσαφήνιση της χημικής δομής της[7]. Το 1967, το (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολικό οξύ Α ((−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolic acid A, Δ9-THCAA, 2) απομονώθηκε χρησιμοποιώντας στήλη σκόνης κυτταρίνης (εκλουσθείσα με μίγμα εξανίου και διμεθυλοφορμαμιδίου), ακολουθούμενη από παρασκευαστική χρωματογραφία λεπτής στιβάδας. Η χημική δομή του THCAA (2) αποσαφηνίστηκε μέσω ενός συνδυασμού φασματοσκοπικής ανάλυσης UV, IR και NMR[8]. Η απομόνωση του Δ9-THCAA (2) αναφέρθηκε επίσης χρησιμοποιώντας μια διαδικασία εκχύλισης οξέος-βάσης[9]. Η μεθοδολογία λήψης τόσο της Δ9-THC (1) όσο και του Δ9-THCAA (2) από φυτικό υλικό C. sativa βελτιστοποιήθηκε, χρησιμοποιώντας μια διαδικασία ενισχυμένης εκχύλισης και ο διαχωρισμός της Δ9-THC (1) βελτιώθηκε περαιτέρω χρησιμοποιώντας κλασματική απόσταξη. Για εκτεταμένο διαχωρισμό, διαφορετικές στατικές φάσεις, όπως πυρίτιο, αλουμίνα και πυρίτιο C18, δοκιμάστηκαν για να ληφθεί καθαρή Δ9-THC (1) με υψηλή απόδοση. Μετά από αυτές τις δοκιμές, αναπτύχθηκε μια αποτελεσματική, παρασκευαστική μέθοδος C18 HPLC για τον καθαρισμό της Δ9-THC (1) από το απόσταγμα. Αυτά τα βήματα είχαν ως αποτέλεσμα ένα συνολικό μειωμένο κόστος παραγωγής[10].
Η απομόνωση του (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolic acid B ((−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολικό οξύ Β, Δ9-THCAB, 3) αναφέρθηκε από μια πλάκα χασίς, χρησιμοποιώντας μια στήλη πυριτικού οξέος που εκλύεται με ένα μείγμα διαιθυλαιθέρα σε πετρελαϊκό αιθέρα. Η δομή του 3 καθορίστηκε συγκρίνοντας τις φυσικές του ιδιότητες (σ.τ., οπτική περιστροφή, MS, UV και IR) με εκείνες του THCAA (2)[11]. Η κρυσταλλική δομή του Δ9-THCAB (3) προσδιορίστηκε το 1975 μέσω αργής εξάτμισης του διαλύματος χλωροφορμίου[12]. Οι ενώσεις(−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinol-C4 ((−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινόλη-C4, Δ9-THC-C4, 4) και (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolic A-C4 ((−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολικό οξύ A-C4, Δ9-THCAA-C4, 5) ταυτοποιήθηκαν και χαρακτηρίστηκαν μέσω της ανάλυσης εκχυλισμάτων οξικού αιθυλεστέρα από την ρητίνες, βάμματα και φύλλα κάνναβης που είχαν κατασχεθεί από την αστυνομία χρησιμοποιώντας GC-MS[13]. Το 1971, η (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβιβαρίνη ((−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabivarin, Δ9-THCV, 6) απομονώθηκε από ένα βάμμα κάνναβης πακιστανικής προέλευσης, χρησιμοποιώντας την τεχνική διανομής με αντίθετο ρεύμα για την απομόνωση της ένωσης από εκχύλισμα ελαφρού πετρελαϊκού αιθέρα και η χημική της δομή προσδιορίστηκε με φασματοσκοπία IR, NMR και MS και επιβεβαιώθηκε με σύνθεση[14]. Η απομόνωση του (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβιβαρινικού οξέος ((−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabivarinic acid, Δ9-THCVAA, 7) από φρέσκα φύλλα C. sativa από την Νότια Αφρική αναφέρθηκε το 1973[15]. Η χημική δομή του Δ9-THCVAA (7) προσδιορίστηκε το 1977 χρησιμοποιώντας φασματική ανάλυση IR, UV και NMR. Η δομή επιβεβαιώθηκε μέσω ανάλυσης MS του μεθυλεστέρα του κανναβινοειδούς, αποδίδοντας ένα χαρακτηριστικό μοτίβο κατακερματισμού με 28 μονάδες μάζας λιγότερες[16]. Το 1973, η (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβιορκόλη ((−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabiorcol, Δ9-THCO ή Δ9-THC1, 8) αναγνωρίστηκε από την ανάλυση ενός εκχυλίσματος ελαφρού πετρελαϊκού αιθέρα βραζιλιάνικης κάνναβης[17]. Η ανάλυση GC-MS διαφορετικών δειγμάτων κάνναβης είχε ως αποτέλεσμα την ταυτοποίηση του (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβιορκολικού οξέος ((−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabiorcolic acid, Δ9-THCOAA, 9)[13].
Το 2015, η (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινάλη ((−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinal, Δ9-THC αλδεΰδη, 10) απομονώθηκε από μια ποικιλία υψηλής ισχύος C. sativa με εφαρμογή VLC (Vacuum Liquid Chromatography), χρωματογραφία στήλης πυριτικής πηκτής και χρωματογραφικές τεχνικές HPLC και ταυτοποιήθηκε με 1D και 2D NMR[18]. Οκτώ εστέρες κανναβινοειδών (11-17) απομονώθηκαν από το εκχύλισμα εξανίου της ίδιας υψηλής ισχύος ποικιλίας C. sativa επτά χρόνια νωρίτερα, χρησιμοποιώντας διάφορες χρωματογραφικές τεχνικές, όπως υγρή χρωματογραφία κενού (VLC), ημιπαρασκευαστική HPLC C18 και χειρόμορφη HPLC. Οι ενώσεις ταυτοποιήθηκαν ως β-φενχυλο (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολάτη (β-fenchyl (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolate) (11), α-φενχυλο (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολάτη (α-fenchyl (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolate) (12), επι-βορνύλιο (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολάτη (epi-bornyl (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolate) (13), βορνύλιο (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολάτη (bornyl (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolate) (14), α-τερπενύλιο (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολάτη (α-terpenyl (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolate) (15), 4-τερπενύλιο (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολάτη (4-terpenyl (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolate) (16), α-καδινυλ (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολάτη (α-cadinyl (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolate) (17) και γ-ευδεσμύλιο (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολάτη (γ-eudesmyl (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolate) (18) με φασματοσκοπική ανάλυση (1Η NMR, 13C NMR, 2D NMR) και ανάλυση GC-MS[19]. Τρεις επιπλέον ενώσεις τύπου κανναβινοειδούς απομονώθηκαν και ταυτοποιήθηκαν το 2015, συγκεκριμένα η 8α-υδροξυ-(−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινόλη (8α-hydroxy-(−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinol) (19), η 8β-υδροξυ-(−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινόλη (8β-hydroxy-(−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinol) (20) και 11-ακετοξυ-(−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινολικό οξύ Α (11-acetoxy- (−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinolic acid A) (21) από υψηλής ισχύος C. sativa. Πολλαπλές χρωματογραφικές τεχνικές χρησιμοποιήθηκαν, συμπεριλαμβανομένων πυριτικής πηκτής VLC, εκχύλισης στερεάς φάσης C18 (SPE) και HPLC[20]. Η ένωση 8-οξο-(−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβινόλη (8-oxo-(−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabinol) (22) απομονώθηκε επίσης από την ίδια ποικιλία C. sativa υψηλής δραστικότητας[18]. Οι χημικές δομές των ενώσεων 19-20 διευκρινίστηκαν με βάση την ανάλυση HRESIMS και NMR[18,20].
Η κανναβισόλη (cannabisol) (23) απομονώθηκε από μια ομάδα παράνομων δειγμάτων κάνναβης που ελήφθησαν στο πλαίσιο του προγράμματος παρακολούθησης ισχύος κάνναβης, με υψηλή περιεκτικότητα σε CBG χρησιμοποιώντας flash χρωματογραφία πυριτικής πηκτής που εκλύεται με εξάνιο/CHCl3 (1:1). Η δομή του 23 συνάγεται ξεκάθαρα με φασματοσκοπία HRESIMS, GCMS και NMR. Η ανάλυση GC-MS αυτών των δειγμάτων έδειξε την διμερή φύση της ένωσης, εμφανίζοντας δύο κορυφές μοριακών ιόντων σε m/z 314 και m/z 328, που αντιστοιχούν σε Δ9-THC και 2-μεθυλ-Δ9-THC, αντίστοιχα[21].
Δύο νέα ομόλογα επτυλίου και εξυλίου της Δ9-THC συγκεκριμένα, η (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβιφορόλη ((−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabiphorol) (24) και (−)-Δ9-trans-τετραϋδροκανναβιεξόλη ((−)-Δ9-trans-tetrahydrocannabihexol) (25) απομονώθηκαν πρόσφατα από το εκχύλισμα εξανίου των ταξιανθιών του C. sativa ιταλικής προέλευσης (ποικιλία CIN-RO). Το εκχύλισμα εξανίου ψύχθηκε στους -20 °C για 48 ώρες για να αφαιρεθούν οι κηροί με καθίζηση. Το αποκηρωμένο εκχύλισμα υποβλήθηκε σε ημι-παρασκευαστική υγρή χρωματογραφία σε στήλη σταθερής φάσης C18 για να απομονωθούν οι ενώσεις 24 και 25 μετά από θέρμανση των αντίστοιχων οξέων στους 120 °C για 2 ώρες ως διαυγές λάδι. Για τον προσδιορισμό της χημικής τους δομής χρησιμοποιήθηκαν 1H και 13C NMR, κυκλικός διχρωμισμός (CD) και φασματοσκοπία απορρόφησης UV, μαζί με LC-HRMS. Και οι δύο ενώσεις παρασκευάστηκαν συνθετικά χρησιμοποιώντας στερεοεκλεκτική σύνθεση για να επιβεβαιώσουν τις χημικές τους δομές[22,23]. Όλα τα κανναβινοειδή τύπου Δ9-THC φαίνονται στο Σχήμα 1.
Σχήμα 1. Κανναβινοειδή τύπου Δ9-THC
2.2. Τύπος (−)-Δ8-Trans-Τετραϋδροκανναβινόλη (Δ8-THC) (Πέντε κανναβινοειδή)
Το κανναβινοειδές (−)-Δ8-trans-τετραϋδροκανναβινόλη ((−)-Δ8-trans-tetrahydrocannabinol, Δ8-THC, 26) απομονώθηκε το 1966 από τα φύλλα και τα άνθη της κάνναβης που καλλιεργήθηκαν στο Μέριλαντ. Η Δ8-THC καθαρίστηκε από το εκχύλισμα πετρελαϊκού αιθέρα μέσω χρωματογραφίας στήλης πυριτικού οξέος χρησιμοποιώντας βενζόλιο και ένα μέσο έκλυσης[24]. Εννέα χρόνια αργότερα, το καρβοξυλικό του οξύ, Δ8-trans-τετραϋδροκανναβινολικό οξύ Α (Δ8-trans-tetrahydrocannabinolic acid A, Δ8-THCA, 27) απομονώθηκε ως μεθυλεστέρας από φυτό κάνναβης Τσεχοσλοβακικής προέλευσης (Σχήμα 2)[25]. Η ανάλυση NMR χρησιμοποιήθηκε για τον προσδιορισμό της χημικής δομής του[26]. Το 2015, τρία υδροξυλιωμένα κανναβινοειδή τύπου Δ8-THC απομονώθηκαν από C. sativa υψηλής ισχύος. Η δομική διευκρίνιση για 10α-υδροξυ-Δ8-τετρα-υδροκανναβινόλη (10α-hydroxy-Δ8-tetra-hydrocannabinol) (28), 10β-υδροξυ-Δ8-τετρα-υδροκανναβινόλη (10β-hydroxy-Δ8-tetra-hydrocannabinol) (27) και 10α-α-υδροξυ-10-οξο-Δ8-τετραϋδροκανναβινόλη (10a-α-hydroxy-10-oxo-Δ8-tetrahydrocannabinol) (30) πραγματοποιήθηκε χρησιμοποιώντας φάσματα 1D και 2D NMR[18,20]. Τα κανναβινοειδή τύπου Δ8-THC φαίνονται στο Σχήμα 2.
Σχήμα 2. Κανναβινοειδή τύπου Δ8-THC
2.3. Τύπος κανναβιγερόλης (CBG) (16 κανναβινοειδή)
Δεκαέξι κανναβινοειδή (31–46) ταξινομήθηκαν ως κανναβινοειδή τύπου CBG (Σχήμα 3). Το 1964, η κανναβιγερόλη (cannabigerol, (E)-CBG, 31) απομονώθηκε από ρητίνη κάνναβης, χρησιμοποιώντας χρωματογραφία florisil. Η χημική δομή της (E)-CBG (31) επιβεβαιώθηκε μέσω της σύνθεσης[7]. Το κανναβιγερολικό οξύ (cannabigerolic acid, CBGAA, 32) και ο μονομεθυλαιθέρας του CBGAA (monomethyl ether of CBGAA, CBGAM, 34) απομονώθηκαν το 1975, αποδεικνύοντας ότι το CBGA (32) είναι το πρώτο κανναβινοειδές που συντίθεται στη βιοσυνθετική οδό του Δ9-THCAA (2)[27]. Ο μονομεθυλαιθέρας της (E)-CBG (monomethyl ether of (E)-CBG, CBGM, 33) απομονώθηκε από ένα βενζολικό εκχύλισμα κάνναβης με θέρμανση του εκχυλίσματος με τολουόλιο για επτά ώρες και καθαρισμό χρησιμοποιώντας χρωματογραφία στήλης (στήλη πυριτικής πηκτής) με βενζόλιο ως μέσο έκλυσης[28]. Η κανναβιγεροβαρίνη (cannabigerovarin, CBGV, 35) και το κανναβιγεροβαρινικό οξύ (cannabigerovarinic acid, CBGVA, 36) απομονώθηκαν από ένα βενζολικό εκχύλισμα κάνναβης “Meao variant” από την Ταϊλάνδη. Οι χημικές δομές για την CBGV (35) και το CBGVA (36) προσδιορίστηκαν μέσω φασματοσκοπιών IR, NMR και UV[16,29]. Το 1995, το κανναβινερολικό οξύ (cannabinerolic acid, (Z)CBGA, 37) απομονώθηκε από ένα εκχύλισμα ακετόνης των φύλλων ενός μεξικανικού στελέχους C. sativa, χρησιμοποιώντας χρωματογραφία στήλης πυριτικής πηκτής. Η χημική δομή του (Z)CBGA (37) προσδιορίστηκε μέσω φασματοσκοπιών FAB-MS και NMR και επιβεβαιώθηκε από τη σύνθεση του κανναβινοειδούς[30]. Ένα άλλο παράγωγο κανναβινοειδούς, η 5-ακετυλ-4-υδροξυ-κανναβιγερόλη (5-acetyl-4-hydroxy-cannabigerol) (38), απομονώθηκε από τους μπουμπούκια υψηλής ισχύος C. sativa χρησιμοποιώντας HPLC κανονικής φάσης των πολικών κλασμάτων[31]. Δύο εστέρες CBGA (32), η γ-ευδεσμυλο-κανναβιγερολάτη (γ-eudesmyl-cannabigerolate) (37) και η α-καδινυλο-κανναβιγερολάτη (α-cadinyl-cannabigerolate) (38), απομονώθηκαν επίσης από υψηλής δραστικότητας C. sativa, χρησιμοποιώντας chiral HPLC και οι χημικές τους δομές καθορίστηκαν με GC/MS, HRESIMS, 1D NMR και 2D NMR[19]. Το 2008, τέσσερα εποξειδικά παράγωγα κανναβιγερόλης, το (±)-6,7-trans-εποξυκανναβιγερολικό οξύ ((±)-6,7-trans-epoxycannabigerolic acid) (41), το (±)-6,7-cis-εποξυκανναβιγερολικό οξύ ((±)-6,7-cis-epoxycannabigerolic acid) (42), η (±)-6,7-cis-εποξυκανναβιγερόλη ((±)-6,7-cis-epoxycannabigerol) (43) και η (±)-6,7-trans-επξοϋκανναβιγερόλη ((±)-6,7-trans-epxoycannabigerol) (44), απομονώθηκαν από υψηλής δραστικότητας C. sativa (που καλλιεργείται στο Μισισιπή) με την εφαρμογή διαφόρων χρωματογραφικών τεχνικών (VLC, χρωματογραφία flash και HPLC). Οι χημικές δομές των τεσσάρων εποξειδικών παραγώγων κανναβιγερόλης (41–44) έγιναν με βάση το NMR και το φασματοσκοπικό HRESIMS οπτικές αναλύσεις[32]. Το πολικό παράγωγο διυδροξυκανναβιγερόλης (καμαγερόλη / camagerol, 45) απομονώθηκε από τα εναέρια μέρη μιας ποικιλίας C. sativa, την Carma, χρησιμοποιώντας χρωματογραφία στήλης πυριτικής πηκτής αντίστροφης φάσης (C18), ακολουθούμενη από χρωματογραφία στήλης πυριτικής πηκτής κανονικής φάσης και, τέλος, κανονικής φάσης (NP)-HPLC. Ο κηρός των εναέριων τμημάτων της ποικιλίας Carma υδρολύθηκε και καθαρίστηκε, χρησιμοποιώντας χρωματογραφία στήλης πυριτίας και αλουμίνας, καταλήγοντας σε κηρώδη και μη κηρώδη κλάσματα. Το φαρνεσυλικό πρενύλογο της κανναβιγερόλης (σεσκικανναβιγερόλη / sesquicannabigerol, 46) απομονώθηκε από ένα από τα κηρώδη κλάσματα. Η δομή του καθορίστηκε με βάση τη φασματοσκοπική ανάλυση NMR (1H-NMR, 13C-NMR) και την ημισύνθεση από κανναβιγερόλη (31)[33]. Τα κανναβινοειδή τύπου CBG φαίνονται στο Σχήμα 3.
Σχήμα 3. Κανναβινοειδή τύπου CBG
2.4. Τύπος κανναβιδιόλης (CBD) (10 κανναβινοειδή)
Η κανναβιδιόλη (cannabidiol, CBD, 47) απομονώθηκε από ένα αιθανολικό εκχύλισμα (κόκκινο λάδι) άγριας κάνναβης από την Μινεσότα. Καθαρίστηκε ως κρυσταλλικό παράγωγο δις-3,5-δινιτροβενζοϊκού[34]. Η απόλυτη διαμόρφωση της CBD (47), (−)-trans-(1R,6R), προσδιορίστηκε το 1969 μέσω σύνθεσης από (+)-cis- και (+)-trans-p-menthadien-(2,8)-ol και olivetol[35]. Το CBDA-C5 (κανναβιδιολικό οξύ / cannabidiolic acid) (48) απομονώθηκε από τις φρέσκες κορυφές και τα φύλλα του C. sativa μετά από εκχύλιση με βενζόλιο και ταυτοποιήθηκε συγκρίνοντας το φάσμα UV του με αυτό των παραγώγων CBD[36]. Ο μονομεθυλαιθέρας κανναβιδιόλης (cannabidiol monomethylether, CBDM-C5, 49) απομονώθηκε από το αποκαρβοξυλιωμένο αιθανολικό εκχύλισμα φύλλων κάνναβης χρησιμοποιώντας χρωματογραφία στήλης florisil και πυριτικής πηκτής. Ο CBDM (49) αναγνωρίστηκε συγκρίνοντας τις φυσικές του ιδιότητες με ένα αυθεντικό δείγμα YA[37]. Η κανναβιδιβουτόλη (cannabidibutol, CBD-C4 50) ελήφθη από το εκχύλισμα οξικού αιθυλεστέρα της ρητίνης κάνναβης και των φύλλων μετά την παραγωγοποίηση. χαρακτηρίστηκε μέσω αναλύσεων GC-FID και GC-MS[13]. Η κανναβιδιβαρίνη (cannabidivarin, CBDV-C3, 51) αναφέρθηκε από το χασίς μέσω χρωματογραφίας πυριτικής πηκτής και αναγνωρίστηκε με φασματοσκοπική ανάλυση (UV, IR, NMR και EIMS)[38].
Οι Shoyama et al. απομόνωσαν κανναβιδιβαρινικό οξύ (cannabidivarinic acid, CBDVA, 52) από το βενζολικό εκχύλισμα κάνναβης Ταϊλάνδης, το οποίο χρωματογραφήθηκε σε στήλη πολυαμιδίου που εκλούστηκε με H2O:MeOH (1:1–1:6). Η δομή του αποσαφηνίστηκε χρησιμοποιώντας φασματοσκοπική ανάλυση UV, IR και 1H NMR[16]. Η κανναβιδιόρκολη (cannabidiorcol, CBD-C1, 53) εντοπίστηκε στο εκχύλισμα εξανίου του λιβανέζικου χασίς με συνδυασμένη αέρια χρωματογραφία-φασματομετρία μάζας [39].
Πρόσφατα, απομονώθηκαν δύο νέα ομόλογα CBD με πλευρική αλυσίδα η-εξυλίου και ν-επτυλίου από το εκχύλισμα εξανίου του C. sativa και οι χημικές τους δομές προσδιορίστηκαν ως κανναβιδιεξόλη (cannabidihexol, CBDH, 54) και κανναβιδιφορόλη (cannabidiphorol, CBDP, 55). Οι δύο ενώσεις καθαρίστηκαν χρησιμοποιώντας μια ημι-παρασκευαστική C18 HPLC χρησιμοποιώντας ένα μίγμα ACN/0,1 υδατικού μυρμηκικού οξέος ως κινητή φάση. Τα κλάσματα που περιέχουν 52 και 53 αναλύθηκαν με HRESMS. Οι χημικές δομές των CBDH και CBDP προσδιορίστηκαν με HNMR, C-NMR, UV και HR-ESI-MS και επιβεβαιώθηκαν με στερεοεκλεκτική σύνθεση[22,23].
Το 2020, ένα διμερές CBD απομονώθηκε από το εκχύλισμα εξανίου της κάνναβης και ονομάστηκε κανναβιτοβινόλη (cannabitwinol, CBDD, 56). Το εκχύλισμα εξανίου χρωματογραφήθηκε σε στήλη Sigel, η οποία εκλούστηκε με εξάνιο/CH2Cl2 ακολουθούμενο από ημιπαρασκευαστικό C18-HPLC χρησιμοποιώντας ένα μίγμα ACN/H2O/μυρμηκικού οξέος (7:3:0.1) ως κινητή φάση. Η χημική δομή της CBDD (56) προσδιορίστηκε με την εφαρμογή μιας πληθώρας 1D και 2D NMR στους -30 °C και επιβεβαιώθηκε με φασματομετρία HRESIMS και MS/MS. Οι συγγραφείς επιβεβαίωσαν την χημική δομή του 56 ως δύο μονάδες CBD που συνδέονται με μια γέφυρα μεθυλενίου και πρότειναν ότι ο διμερισμός του CBD προέκυψε ως αποτέλεσμα ενζυματικής αντίδρασης που θεραπεύτηκε από ένα ένζυμο δότη ενός άνθρακα όπως το τετραϋδροφολικό μεθυλένιο [40]. Όλα τα κανναβινοειδή τύπου CBD φαίνονται στο Σχήμα 4.
Σχήμα 4. Κανναβινοειδή τύπου CBD, CBND, CBE και CBL
2.5. Τύπος κανναβινοδιόλης (CBND) (δύο κανναβινοειδή)
Μόνο δύο κανναβινοειδή τύπου κανναβινοδιόλης (cannabinodiol, CBND) (57 και 58) έχουν αναφερθεί (Εικόνα 4). Το 1972, η κανναβινοδιβιρίνη (cannabinodivirin, CBND-C3, 57) ανιχνεύθηκε στο χασίς με ανάλυση GC-MS [41]. Το 1977, η κανναβινοδιόλη (cannabinodiol, CBND-C5, 58) απομονώθηκε από λιβανέζικο χασίς, χρησιμοποιώντας χρωματογραφία στήλης πυριτικής γέλης. Η δομή της CBND-C5 (58) προσδιορίστηκε με 1H-NMR και επιβεβαιώθηκε από τον φυτοχημικό μετασχηματισμό της κανναβινόλης σε κανναβινοδιόλη[42].
2.6. Τύπος κανναβιελσοΐνης (CBE) (Πέντε ενώσεις)
Το 1973, η κανναβιελσοΐνη (cannabielsoin, CBE-C5, 59) εντοπίστηκε στο αιθανολικό εκχύλισμα λιβανέζικου χασίς. Το εκχύλισμα υποβλήθηκε σε κατανομή αντίθετου ρεύματος ακολουθούμενη από ανάλυση GCMS[43]. Το 1974, η διαμόρφωσή του καθορίστηκε να είναι 5aS, 6S, 9R, 9aR[44]. Τόσο το κανναβιελσοϊνικό οξύ Α (cannabielsoin acid A, CBEAA, 60) όσο και το κανναβιελσοϊνικό οξύ Β (cannabielsoin acid B, CBEAB, 61) απομονώθηκαν από το χασίς. Η δομική διαλεύκανση έγινε με φασματοσκοπία NMR και χημικούς μετασχηματισμούς[45]. Η κανναβιελσοΐνη-C3 (cannabielsoin-C3, CBE-C3, 62) και το κανναβιελσοϊκό οξύ B-C3 (cannabielsoic acid B-C3, CBEAB-C3, 63) αναφέρθηκαν επίσης από την κάνναβη[2,46]. Οι δομές αυτών των πέντε κανναβινοειδών (59-63) μπορούν να βρεθούν στο Σχήμα 4.
2.7. Ενώσεις τύπου κανναβικυκλόλης (CBL) (Τρεις ενώσεις)
Οι Krote & Sieper απομόνωσαν την κανναβικυκλόλη (cannabicyclol, CBL, 64) από χασίς με χρωματογραφία λεπτής στοιβάδας, αλλά η δομή της διευκρινίστηκε σωστά από τους Mechoulam & Gaoni το 1967, με βάση φασματικά δεδομένα[47,48]. Η σχετική διαμόρφωση της CBL (64) προσδιορίστηκε με ανάλυση ακτίνων Χ το 1970[49]. Το κανναβικυκλολικό οξύ (cannabicyclolic acid, CBLA, 65) ελήφθη από το βενζολικό εκχύλισμα κάνναβης. Το βενζολικό εκχύλισμα χρωματογραφήθηκε σε στήλη πολυαμιδίου χρησιμοποιώντας μεθανολικό νερό ως κινητή φάση. Το CBLA απομονώθηκε ως μεθυλιωμένο παράγωγο και θεωρήθηκε ότι είναι ένα τεχνούργημα που σχηματίζεται όταν το CBCA ακτινοβολείται φυσικά κατά την αποθήκευση[50]. Η κανναβικυκλοβαρίνη (cannabicyclovarin, CBLV, 66) ανιχνεύθηκε στο αιθερικό εκχύλισμα κάνναβης από το Κονγκό και αναγνωρίστηκε με GLC και GCMS[51]. Το CBLA (65) προσδιορίστηκε ότι παράγεται κατά τη διάρκεια της φυσικής ακτινοβόλησης του κανναβινοχρωμενικού οξέος (cannabichromenic acid, CBCA, 68), αποδεικνύοντας ότι το CBLA δεν είναι φυσικό κανναβινοειδές[50]. Οι χημικές δομές των κανναβινοειδών τύπου CBL φαίνονται στο Σχήμα 4.
2.8. Τύπου κανναβιχρωμένης (CBC) (Εννέα ενώσεις)
Η κανναβιχρωμένη (cannabichromene, CBC, 67) απομονώθηκε από το εκχύλισμα εξανίου χασίς, χρησιμοποιώντας χρωματογραφία στήλης (στήλη florisil) το 1966[52]. Το παράγωγο καρβοξυλικού οξέος της CBC (67), το κανναβιχρωμενικό οξύ (cannabichromenic acid, CBCA, 68) απομονώθηκε από το βενζολικό εκχύλισμα κάνναβης, χρησιμοποιώντας χρωματογραφία στήλης πυριτικής πηκτής. Η χημική δομή του CBCA (68) προσδιορίστηκε χρησιμοποιώντας φασματοσκοπίες IR, NMR και UV[27]. Η κανναβιβαριχρωμένη (cannabivarichromene, ± CBCV, 69) ταυτοποιήθηκε μέσω ανάλυσης GC-MS και τόσο η κανναβιχρωμεβαρίνη (cannabichromevarin, + CBCV, 70) όσο και το κανναβιχρωμeβαρινικό οξύ (cannabichromevarinic acid, CBCVA, 71) απομονώθηκαν από ένα βενζολικό εκχύλισμα της ποικιλίας κάνναβης “Meao” από την Ταϊλάνδη[27]. Τρία παράγωγα κανναβιχρωμένης, η (±)-4-ακετοξυκανναβιχρωμένη ((±)-4-acetoxycannabichromene) (72), η (±)-3″-υδροξυ-Δ4″-κανναβιχρωμένη ((±)-3”-hydroxy-Δ4”-cannabichromene) (73) και η (-)-7-υδροξυκανναβιχρωμάνη ((–)-7-hydroxycannabichromane) (74), απομονώθηκαν από υψηλής δραστικότητας C. sativa χρησιμοποιώντας πυριτική γέλη VLC, κανονικής φάσης πυρίτιο HPLC και αντίστροφης φάσης πυρίτιο (C18) HPLC. Αυτά τα παράγωγα (72-74) ταυτοποιήθηκαν χημικά χρησιμοποιώντας φασματοσκοπικές τεχνικές 1D και 2D NMR[31]. Το 1984, αναφέρθηκε το παράγωγο CBC-C3 (75) και χρησιμοποιώντας ανάλυση φασμάτων μάζας, η χημική δομή του παραγώγου CBC-C3 (75) προσδιορίστηκε ότι είναι 2-methyl-2-(4-methyl-2-pentyl)-7-propyl-2H-1-benzopyran-5-ol[53]. Οι δομές αυτών των εννέα κανναβινοειδών τύπου CBC (67–75) φαίνονται στο Σχήμα 5.
Σχήμα 5. Κανναβινοειδή τύπου CBC και CBN
2.9. Τύπος κανναβινόλης (CBN) (Έντεκα ενώσεις)
Η χημική δομή και οι λεπτομέρειες απομόνωσης επτά παραγώγων κανναβινόλης (cannabinol) (76-82, Σχήμα 5) έχουν αναφερθεί το 1980[3]. Τόσο η 8-υδροξυκανναβινόλη (8-hydroxycannabinol) (83) όσο και το 8-υδροξυκανναβινολικό οξύ Α (8-hydroxy cannabinolic acid A) (84) απομονώθηκαν από την ποικιλία υψηλής ισχύος του C. sativa και αναγνωρίστηκαν χημικά με βάση την ανάλυση NMR και μάζας υψηλής ανάλυσης (HR-MS) το 2009[31] . Οι ενώσεις 1’S-υδροξυ-κανναβινόλη (1′S-hydroxy-cannabinol) (85) και 4-τερπενυλ κανναβινολάτη (4-terpenyl cannabinolate) (86) απομονώθηκαν από την ίδια ποικιλία κάνναβης (υψηλής ισχύος C. sativa) και οι χημικές τους δομές επιβεβαιώθηκαν με ανάλυση GC-MS[18].
2.10. Τύπου κανναβιτριόλης (CBT) (Εννέα ενώσεις)
Εννέα κανναβινοειδή τύπου κανναβιτριόλης (cannabitriol ) CBT, συμπεριλαμβανομένων (−)-trans-CBT-C5 (87), (+)-trans-CBT-C5 (88), (±)-cis-CBT-C5 (89), (±)- trans-CBT-C3 (90), CBT-C3-ομόλογο (91), (−)-trans-CBT-OEt-C5 (92), (–)-trans-CBT-OEt-C3 (93), 8,9-Di-OH-CBT-C5 (94) και ο CBDA-C5 9-OH-CBT-C5 εστέρας (95) (Σχήμα 6) έχουν απομονωθεί από την κάνναβη. Η κανναβιτριόλη (cannabitriol) (87) αναφέρθηκε αρχικά το 1966 από ιαπωνική κάνναβη[28], αλλά η χημική της δομή αποσαφηνίστηκε το 1976[54]. Η διαμόρφωση αυτής της ένωσης προσδιορίστηκε αργότερα με ανάλυση ακτίνων Χ[55]. Οι ενώσεις (+)-trans-CBT-C5 (88) και (-)-trans-CBT-OEt-C5 (92) απομονώθηκαν από τους ElSohly et al. από το αιθανολικό εκχύλισμα κάνναβης, το οποίο χρωματογραφήθηκε σε στήλη πυριτικής πηκτής[56] και αναγνωρίστηκε με GCMS.
Σχήμα 6. Κανναβινοειδή τύπου CBT
Οι δύο αιθοξυ κανναβιτριόλες (ethoxy cannabitriols) (92-93) είναι πιθανότατα τεχνουργήματα, αφού χρησιμοποιήθηκε αιθανόλη για την απομόνωση τους από την κάνναβη[3,57].
2.11. Διάφοροι τύποι κανναβινοειδών (30 ενώσεις)
Συνολικά τριάντα διαφορετικού τύπου κανναβινοειδή (Σχήμα 7 και Σχήμα 8) έχουν απομονωθεί από την κάνναβη, συμπεριλαμβανομένης της αφυδροκανναβιφουράνης (dehydrocannabifuran, DCBF-C5, 96), της κανναβιφουράνης (cannabifuran, CBF-C5, 97), της 8-υδροξυ-ισοεξαϋδροκανναβιβιρίνης (8-hydroxy-isohexahydrocannabivirin, OH-iso-HHCV-C3, 98), της 10-οξο-Δ6a(10a)-τετραϋδρο-κανναβινόλης (10-oxo-Δ6a(10a)-tetrahydro-cannabinol, OTHC, 99), της κανναβικιτράνης (cannabicitran) (100), της (–)-Δ9-cis-(6aS,10aR)-τετραϋδρο-κανναβινόλης ((–)-Δ9-cis-(6aS,10aR)-tetrahydro-cannabinol, cis-Δ9 -THC, 101), της κανναβικουμαρονόνης (cannabicoumaronone, CBCON-C5, 102), της κανναβιριψόλης (cannabiripsol, CBR, 103), της κανναβιτετρόλης (cannabitetrol, CBTT, 104), της κανναβιχρωμανόνης-C5 (cannabichromanone-C5, CBCN-C5, 105), της κανναβιχρωμανόνης-C3 (cannabichromanone-C3, CBCN-C3, 106), της (±)-Δ7-cis-ισοτετραϋδροκανναβιβαρίνης-C3 ((±)-Δ7-cis-isotetrahydrocannabivarin-C3, cis-iso-Δ7-THCV, 107), της (-)-Δ7-trans-(1R,3R,6R)-ισοτετραϋδροκανναβιβαρίνης-C3 ((–)-Δ7-trans-(1R,3R,6R)-isotetrahydrocannabivarin-C3, trans-iso-Δ7-THCV, 108) και της (–)-Δ7-trans-(1R,3R,6R)-ισοτετραϋδροκανναβινόλης-C5 ((–)-Δ7-trans-(1R,3R,6R)-isotetrahydrocannabinol-C5, trans-iso-Δ7-THC, 109). Το εκχύλισμα κυκλοεξανίου-μεθανόλης χασίς του Αφγανιστάν έδωσε αφυδροκανναβιφουράνη (DCBF-C5, 96), κανναβιφουράνη (CBF-C5, 97), OTHC (99) και κανναβιχρωμανόνη-C5 (CBCN-C5, 105) μετά από μικροπροπαρασκευαστικό GC. Οι χημικές δομές τους προσδιορίστηκαν κατά μάζα και φασματοσκοπική ανάλυση NMR[58]. Η κανναβικιτράνη (CBT, 104) απομονώθηκε από ένα αιθανολικό εκχύλισμα λιβανέζικου χασίς. Καθαρίστηκε με κατανομή αντίθετου ρεύματος και χρωματογραφία πυριτικής πηκτής. Η χημική του δομή προσδιορίστηκε με αναλύσεις GCMS, IR και 1H NMR[59]. Η απομόνωση της cis-Δ9-THC (101) αναφέρθηκε από ένα πετρελαϊκό εκχύλισμα κάνναβης από τους Smith & Kampfert το 1977. Το εκχύλισμα καθαρίστηκε σε μια στήλη florsil ακολουθούμενη από παρασκευαστική TLC[60].
Σχήμα 7. Διάφορα Κανναβινοειδή
Σχήμα 8. Διάφορα Κανναβινοειδή (συνέχεια)
Η κανναβιριψόλη (CBR, 103) απομονώθηκε από μια ποικιλία κάνναβης της Νότιας Αφρικής μετά από εκχύλιση με εξάνιο και χρωματογραφία σε στήλες πυριτίου και πολυαμιδίου. Η χημική της δομή προσδιορίστηκε με φασματικά μέσα (IR, GCMS, UV, 1H NMR) και με σύνθεση[61]. Η κανναβιτετρόλη (CBTT, 104) ελήφθη και ταυτοποιήθηκε από το εκχύλισμα εξανίου μεξικάνικης κάνναβης που καλλιεργήθηκε στην πολιτεία Μισισιπή χρησιμοποιώντας χρωματογραφία στήλης πυριτικής πηκτής[62]. Οι ElSohly & Slade ανέφεραν τις λεπτομέρειες της απομόνωσης και της χημικής ταυτοποίησης των ενώσεων 106-109[2].
Από μια ποικιλία υψηλής δραστικότητας του φυτού C. sativa, απομονώθηκαν τρεις κανναβιχρωμανόνες, συγκεκριμένα η κανναβιχρωμανόνη B (cannabichromanone B) (110), C (111) και D (112). Οι απόλυτες διαμορφώσεις αυτών των τριών κανναβινοειδών εκχωρήθηκαν με βάση τον εστέρα Mosher και την επιθεώρηση των φασμάτων κυκλικής διχρωμίας τους. Η απομόνωση αυτών των ενώσεων πραγματοποιήθηκε χρησιμοποιώντας ημι-παρασκευαστική C18 HPLC[63]. Επιπλέον, το (–)-(7R)-κανναβικουμαρονονικό οξύ ((–)-(7R)-cannabicoumarononic acid) (113), η 4-ακετοξυ-2-γερανυλ-5-υδροξυ-3-n-πεντυλφαινόλη (4-acetoxy-2-geranyl-5-hydroxy-3-n-pentylphenol) (114) και η 2-γερανυλ-5-υδροξυ-3-n-πεντυλ-1,4-βενζοκινόνη (2-geranyl-5-hydroxy-3-n-pentyl-1,4-benzoquinone) (115) απομονώθηκαν από τα μπουμπούκια και τα φύλλα της ίδιας ποικιλίας κάνναβης (υψηλής ισχύος C. sativa) χρησιμοποιώντας διάφορες χρωματογραφικές τεχνικές, όπως VLC με πυριτική γέλη, εκχύλιση στερεάς φάσης, στήλες αντίστροφης φάσης (C18 SPE) και HPLC κανονικής φάσης. Επιπλέον, η 5-ακετοξυ-6-γερανυλ-3-n-πεντυλ-1,4-βενζοκινόνη (5-acetoxy-6-geranyl-3-n-pentyl-1,4-benzoquinone) (116) απομονώθηκε σε χρωματογραφία στήλης πυριτικής πηκτής ακολουθούμενη από HPLC κανονικής φάσης[32]. Το 2010, ένα νέο κανναβινοειδές με το όνομα κανναβιμοβόνη (cannabimovone, CBM, 117) απομονώθηκε από μια μη ψυχοτρόπο ποικιλία C. sativa. Αυτός ο ασυνήθιστος μεταβολίτης προφανώς σχηματίζεται από CBD και απομονώθηκε από ένα πολικό κλάσμα κάνναβης με χρήση flash χρωματογραφίας πάνω από πυριτική γέλη C18 αντίστροφης φάσης ακολουθούμενη από HPLC κανονικής φάσης. Η χημική ταυτότητα της CBM (117) αποκαλύφθηκε με συνδυασμό 1D και 2D NMR μαζί με φασματοσκοπικές τεχνικές ESI-MS[64]. Ένα τετρακυκλικό κανναβινοειδές, η κανναβιοξεπάνη (cannabioxepane, CBX, 118) απομονώθηκε το 2011 από μια ποικιλία κάνναβης που ονομάζεται Carmagnola εφαρμόζοντας πολλές χρωματογραφικές τεχνικές, όπως στήλη RP-18, χρωματογραφία στήλης πυριτικής πηκτής και χρωματογραφία NP-HPLC. Η χημική της δομή καθορίστηκε χρησιμοποιώντας δεδομένα MS και NMR[65]. Επτά ακόμη κανναβινοειδή (119-125) απομονώθηκαν από μια ποικιλία υψηλής ισχύος C. sativa (Σχήμα 7 και Σχήμα 8) και αποσαφηνίστηκαν χημικά με αναλύσεις 1D και 2D NMR και HRMS ως 10α-υδροξυ-Δ9,11-εξαϋδροκανναβινόλη (10α-hydroxy-Δ9,11-hexahydrocannabinol, 119) , 9β,10β-εποξυεξαϋδροκανναβινόλη (9β,10β-epoxyhexahydrocannabinol, 120), 9α-υδροξυεξαϋδροκανναβινόλη (9α-hydroxyhexahydrocannabinol, 121), 7-οξο-9α-υδροξυεξα-υδροκανναβινόλη (7-oxo-9α-hydroxyhexa-hydrocannabinol, 122), 10α-υδροξυεξαϋδροκανναβινόλη (10α-hydroxyhexahydrocannabinol 123), 10αΡ-υδροξυεξαϋδροκανναβινόλη (10aR-hydroxyhexahydrocannabinol, 124) και 9α-υδροξυ-10-οξο-Δ6α,10α-τετραϋδροκανναβινόλη (9α-hydroxy-10-oxo-Δ6a,10a-tetrahydrocannabinol, 125)[18,20].
3. Μη Κανναβινοειδή
Εκτός από τα κανναβινοειδή, περισσότερα από 400 μη κανναβινοειδή συστατικά έχουν απομονωθεί ή/και ταυτοποιηθεί από το φυτό της κάνναβης. Αυτά τα μη κανναβινοειδή ανήκουν σε διάφορες χημικές κατηγορίες[2,3,66]. Τα κύρια μη κανναβινοειδή συστατικά ταξινομούνται σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες: μη κανναβινοειδείς φαινόλες, φλαβονοειδή, τερπένια, αλκαλοειδή.
3.1. Μη κανναβινοειδείς φαινόλες (42 ενώσεις)
Οι μη κανναβινοειδείς φαινόλες περιλαμβάνουν πολλές χημικές κατηγορίες, συμπεριλαμβανομένων των σπειρο-ινδάνων (spiro-indans), των διυδροστιλβενίων (dihydrostilbenes), των διυδροφαιναθρενίων (dihydrophenathrenes) και των απλών φαινόλων (simple phenols).
3.1.1. Σπειρο-ινδάνες (16 Ενώσεις)
Δεκαέξι ενώσεις τύπου σπειρο-ινδάνων απομονώθηκαν από την κάνναβη (126-141, Σχήμα 9). Η ένωση 126 απομονώθηκε το 1976 από μια ινδική ποικιλία κάνναβης χρησιμοποιώντας χρωματογραφία στήλης γέλης πυριτίου και δόθηκε το όνομα κανναβισπιράνη (cannabispiran)[67]. Την ίδια χρονιά, η ένωση απομονώθηκε επίσης από μια άλλη ερευνητική ομάδα από μια ποικιλία της Νότιας Αφρικής και ονομάστηκε κανναβισπιρόνη (cannabispirone). Η κανναβισπιρενόνη (cannabispirenone) (127) ταυτοποιήθηκε επίσης από την ποικιλία κάνναβης της Νότιας Αφρικής[68]. Οι Bercht et al. χρησιμοποίησαν NMR και φασματομετρική ανάλυση μάζας για να αποδείξουν τις χημικές δομές των 126 και 127, ενώ οι Ottersen et al. χρησιμοποίησαν κρυσταλλογραφία ακτίνων Χ για να επιβεβαιώσουν την χημική δομή της 126[67]. Το ισομερές κανναβισπιρενόνης (cannabispirenone
isomer) (128), με εναλλάξιμες ομάδες μεθοξυ και υδροξυλίου, απομονώθηκε από μεξικανική κάνναβη και η χημική του δομή καθορίστηκε με ανάλυση 1H NMR και EIMS[69]. Η κανναβισπιραδιενόνη (cannabispiradienone) (129) απομονώθηκε από την κάνναβη της Ταϊλάνδης και η χημική της δομή διευκρινίστηκε με βάση τη φασματοσκοπία 1H NMR και επιβεβαιώθηκε με υδρογόνωση για να δώσει κανναβισπιράνη (126)[70]. Δύο σπειρο-ινδάνες που ονομάζονται κανναβισπιρόλη (cannabispirol) (130) και ακετυλική κανναβισπιρόλη (acetyl cannabispirol) (131) εντοπίστηκαν από τους Yukihiro & Nishioka στο βενζολικό εκχύλισμα των αποξηραμένων φύλλων ιαπωνικής κάνναβης. Το βενζολικό εκχύλισμα χρωματογραφήθηκε σε στήλη πολυαμιδίου που ακολουθήθηκε από χρωματογραφία πυριτικής πηκτής για να δώσει τις ενώσεις 130 και 131[71]. Η ένωση 130 απομονώθηκε επίσης από μια ποικιλία κάνναβης της Νότιας Αφρικής που καλλιεργήθηκε στην πολιτεία του Μισισιπή από την ομάδα του Turner και ονομάστηκε β-κανναμπισπιρόλη (β-cannabispirol). Ο προσανατολισμός της ομάδας υδροξυλίου προσδιορίστηκε με ανάλυση 1Η NMR του 130 και του οξικού παραγώγου του (131)[61]. Τρεις σπειρο-ινδάνες απομονώθηκαν από ένα αιθανολικό εκχύλισμα κατασχεθέντος δείγματος χασίς από την Σαουδική Αραβία και ταυτοποιήθηκαν χημικά ως 5-υδροξυ-7-μεθοξυινδαν-1-σπειρο-κυκλοεξάνη (5-hydroxy-7-methoxyindan-1-spiro-cyclohexane) (132), 7-υδροξυ-5-μεθοξυινδαν-1-σπειρο-κυκλοεξάνη (7-hydroxy-5-methoxyindan-1-spiro-cyclohexane) (133) και 5,7-διυδροξυινδαν-1-σπειρο-κυκλοεξάνη (5,7-dihydroxyindan-1-spiro-cyclohexane) (134) μέσω ενός συνδυασμού φασματικής και χημικής ανάλυσης. Το μεθανολικό κλάσμα του χασίς υποβλήθηκε σε ταχεία χρωματογραφία και περαιτέρω καθαρίστηκε μέσω χρωματογραφίας στήλης πυριτικής πηκτής για να δώσει τις ενώσεις 132-134[72]. Η ισοκανναβισπιράνη (isocannabispiran) (135) έχει απομονωθεί από μια ποικιλία κάνναβης του Παναμά με επαναλαμβανόμενη χρωματογραφία. Η δομή διευκρινίστηκε χημικά ως 5′-υδροξυ-7′-μεθοξυ-σπειρο-(κυκλοεξανο-1,1′-ινδαν)-4-όνη (5′-hydroxy-7′-methoxy-spiro-(cyclohexane-1,1′-indan)-4-one) με φασματοσκοπικά μέσα καθώς και με άμεση σύγκριση με κανναβισπιράνη (126)[73]. Οι Radwan et al. (2008) απομόνωσαν την 7-Ο-μεθυλ-κανναβισπιρόνη (7-O-methyl-cannabispirone) (136) από ένα εκχύλισμα ποικιλίας κάνναβης υψηλής ισχύος χρησιμοποιώντας χρωματογραφία κανονικής φάσης ακολουθούμενη από C18-HPLC[32], ενώ ελήφθησαν ισοκανναβισπιραδιενόνη (isocannabispiradienone) (137) και α-κανναβισπιρανόλη (α-cannabispiranol) (138) από το εκχύλισμα διχλωρομεθανίου αποκαρβοξυλιωμένης κάνναβης C. sativa που υποβλήθηκε σε flash χρωματογραφία C18, ακολουθούμενη από χρωματογραφία στήλης βαρύτητας γέλης πυριτίου και HPLC. Οι χημικές δομές καθορίστηκαν χρησιμοποιώντας δεδομένα HR-ESIMS και NMR (1H, 13C, HSQC και HMBC)[66]. Πρόσφατα, τρεις νέες κάνναβισπιράνες (139–141) ελήφθησαν από τα φύλλα του C. sativa. Η κανναβισπιρκετάλη (cannabispirketal) (139) και το γλυκοσίδιο, α-κανναβισπιρανόλη-4′-Ο-β-γλυκοπυρανόζη (α-cannabispiranol-4′-O-β-glucopyranose) (140) απομονώθηκαν από ένα αιθανολικό εκχύλισμα και οι χημικές τους δομές προσδιορίστηκαν με 1D NMR (1H NMR, 13C NMR) και 2DNMR (COSY, HSQC, HMBC και ROESY)[74]. Το 2018, οι Nalli et al. απομόνωσαν την πρενυλσπιροδιενόνη (prenylspirodienone) (141) και απέδειξαν τη χημική της δομή με εκτεταμένη ανάλυση NMR και ESI-MS. Επιπλέον, πρότειναν τη βιοσυνθετική οδό από αυτή την ένωση[75].
Σχήμα 9. Χημική δομή των Σπειρο-ινδανών της κάνναβης
3.1.2. Διυδροστιλβένια (12 Ενώσεις)
Δώδεκα διυδροστιλβένια (142-153) απομονώθηκαν και ταυτοποιήθηκαν από το φυτό C. sativa (Σχήμα 10). Οι Turner et al. ανέφεραν τέσσερα νέα διυδροστιλβένια στην ανασκόπησή τους[3]. Αυτές οι ενώσεις είναι η 3-[2-(4-υδροξυφαινυλ)-αιθυλ]-5-μεθοξυφαινόλη (3-[2-(4-hydroxyphenyl)-ethyl]-5-methoxyphenol) (142), η 3-[2-(3-υδροξυ-4-μεθοξυφαινυλ)-αιθυλ]-5-μεθοξυφαινόλη (3-[2-(3-hydroxy-4-methoxyphenyl)-ethyl]-5-methoxyphenol) (143), η 3-[2-(3-ισοπρενυλ-4-υδροξυ-5-μεθοξυ-φαινυλ)-αιθυλ]-5-μεθοξυφαινόλη (3-[2-(3-isoprenyl-4-hydroxy-5-methoxy-phenyl)-ethyl]-5-methoxyphenol) (144) και η καννιπρένη (canniprene) (145). Οι χημικές δομές τους προσδιορίστηκαν με χημική και φασματική ανάλυση, ενώ η χημική δομή του 145 επιβεβαιώθηκε με σύνθεση[71]. Δύο διυδροστιλβένια, που ονομάστηκαν κανναβιστιλβένιο I (cannabistilbene I) (146) και κανναβιστιλβένιο II (cannabistilbene II) (147), απομονώθηκαν από το πολικό όξινο κλάσμα μιας ποικιλίας από τον Παναμά του φυτού C. sativa που καλλιεργήθηκε στο University of Mississippi. Η χημική δομή του κανναβιστιλβένιου Ι (146) διευκρινίστηκε ως 3,4′-διυδροξυ-5-μεθοξυ-3′(3-μεθυλβουτ-2-ενυλ)-διυδροστιλβένιο (3,4′-dihydroxy-5-methoxy-3′(3-methylbut-2-enyl)-dihydrostilbene) με 1Η NMR και φασματική ανάλυση μάζας και επιβεβαιώθηκε με ολική σύνθεση. Η χημική δομή του κανναβιστιλβένιου II (147) προτάθηκε είτε ως 147Α είτε ως 147Β με βάση τη φασματική ανάλυση[76]. Ο El-Feraly απομόνωσε το 3,4′,5-τριυδροξυ-διυδροστιλβένιο (3,4′,5-trihydroxy-dihydrostilbene) (148) από το αιθανολικό εκχύλισμα ενός δείγματος χασίς. Η χημική δομή της 148 και το παρασκευασμένο τριοξικό του άλας καθορίστηκαν με φασματοσκοπική ανάλυση 1H και 13C NMR καθώς και με ολική σύνθεση[77]. Πρόσφατα, οι Guo et al. απομόνωσαν τρία νέα πρενυλιωμένα στιλβένια (149-151) και δύο άλλα γνωστά στιλβένια (152-153) από τα φύλλα του C. sativa που καλλιεργήθηκαν στην επαρχία Yunnan της Κίνας. Οι συγγραφείς εφάρμοσαν πολλαπλές χρωματογραφικές τεχνικές στην απομόνωση και τον καθαρισμό των ενώσεων 149-153, όπως χρωματογραφία στήλης πάνω από πυριτική γέλη cc, χρωματογραφία στήλης γέλης ODS C18 Si, χρωματογραφία στήλης Sephadex και παρασκευαστική HPLC. Φασματικές τεχνικές όπως φασματοσκοπία 1D και 2D NMR και HRESIMS χρησιμοποιήθηκαν για τον προσδιορισμό των χημικών δομών όπως των α,α’-διυδρο-3′,4,5′-τριυδροξυ-4′-μεθοξυ-3-ισοπεντενυλστιλβένιο (α,α′-dihydro-3′,4,5′-trihydroxy-4′-methoxy-3-isopentenylstilbene) (149), α,α’-διυδρο-3,4′,5-τριυδροξυ-4-μεθοξυ-2,6-διισοπεντυλεστιλβένιο (α,α′-dihydro-3,4′,5-trihydroxy-4-methoxy-2,6-diisopentenylstilbene) (150), α,α’-διυδρο-3′,4,5′-τριυδροξυ-4′-μεθοξυ-2′,3-διισοπεντυλστιλβένιο (α,α′-dihydro-3′,4,5′-trihydroxy-4′-methoxy-2′,3-diisopentenylstilbene) (151), α,α’-διυδρο-3,4′,5-τριυδροξυ-4,5′-διισοπεντυλστιλβένιο (α,α′-dihydro-3,4′,5-trihydroxy-4,5′-diisopentenylstilbene) (152) και κομπρεταστατίνη Β-2 (combretastatin B-2) (153)[78].
Σχήμα 10. Χημική δομή των διυδροστιλβενίων της κάνναβης
3.1.3. Διυδροφαιναθρένια (Επτά Ενώσεις)
Από την κάνναβη της Ταϊλάνδης απομονώθηκαν δύο διυδροφαινεναθρένια, το κανναβιδιϋδροφαινανθρένιο (cannabidihydrophenanthrene) (καννιθρένιο 1 / cannithrene 1) (154) και το καννιθρένιο 2 (cannithrene 2) (155)[71,79]. Η χημική δομή του καννιθρενίου 2 επιβεβαιώθηκε με κρυσταλλογραφία ακτίνων Χ του διοξικού παραγώγου του. Οι συγγραφείς πρότειναν ότι το κανναβιδιϋδροφαινανθρένιο (154) προήλθε βιογενετικά από την κανναβισπιραδιενόνη (cannabispiradienone) (129) μέσω μιας αναδιάταξης διενίου-φαινόλης[71]. Δύο διυδροφαινανθρένια (156-157) και ένα παράγωγο φαινεθρενίου (phenethrene) (158) απομονώθηκαν από ένα αιθανολικό εκχύλισμα ποικιλίας κάνναβης υψηλής ισχύος που καλλιεργήθηκε στην πολιτεία του Μισισιπή χρησιμοποιώντας έναν συνδυασμό χρωματογραφικών τεχνικών κανονικής και αντίστροφης φάσης και αναγνωρίστηκαν ως 4,5-διυδροξυ-2,3,7-τριμεθοξυ-9,10-διυδροφαινανθρένιο (4,5-dihydroxy-2,3,7-trimethoxy-9,10-dihydrophenanthrene) (156), 4-υδροξυ-2,3,6,7-τετραμεθοξυ-9,10-διυδροφαινανθρένιο (4-hydroxy-2,3,6,7-tetramethoxy-9,10-dihydrophenanthrene) (157) και 4,7-διμεθοξυ-1,2,5 -τριυδροξυφαινανθρένιο (4,7-dimethoxy-1,2,5-trihydroxyphenanthrene) (158)[80]. Το 2008, ο Sanchez-Duffhues απομόνωσε την γνωστή 1,4-φαινανθρενοκινόνη (1,4-phenanthrenequinone), ντενβινοβίνη (denbinobin) (159) από ένα εκχύλισμα ακετόνης του χημειότυπου C. sativa (CARMA) μετά από κλασμάτωση και χρωματογραφία στήλης. Η ντενβινοβίνη (159) καθαρίστηκε με κρυστάλλωση από αιθέρα[81]. Ένα άλλο παράγωγο 1,4-φαινανθρενοκινόνης απομονώθηκε επίσης από τα φύλλα και τους κλάδους του C. sativa, η χημική του δομή προσδιορίστηκε ως 2,3,5,6-τετραμεθοξυ 9,10-διυδροφαινανθρενδιόνη (2,3,5,6-tetramethoxy 9,10-dihydrophenanthrenedione) (160) χρησιμοποιώντας επίσης 1D και 2D NMR ως ESI-MS[82]. Οι χημικές δομές των αναφερόμενων διυδροφαιναθρενίων και φαινανθρενίων παρουσιάζονται στο Σχήμα 11.
Σχήμα 11. Χημική δομή των παραγώγων διυδροφαινανθρενίου κάνναβης
3.1.4. Απλές φαινόλες (επτά ενώσεις)
Πέντε απλές φαινόλες (161–167) ανιχνεύθηκαν στο αιθέριο έλαιο της κάνναβης (Σχήμα 12) και ταυτοποιήθηκαν με GC/MS ως ευγενόλη (eugenol) (161), μεθυλευγενόλη (methyleugenol) (162), ισο-ευγενόλη (iso-eugenol) (163), τρανς-ανεθόλη (trans-anethol) (164) και cis-ανεθόλη (cis-anethol) (165)[3,83]. Η βανιλλίνη (vanillin) (166) απομονώθηκε και ταυτοποιήθηκε από την πηκτίνη κάνναβης χρησιμοποιώντας χρωματογραφία στήλης πυριτικής πηκτής και ταυτοποιήθηκε μέσω φασματοσκοπικών μεθόδων 1H NMR, 13C NMR και ESI-MS[84]. Η β-D-γλυκοζίτη φθορογλουκινόλης (phloroglucinol β-D-glucoside) (167) ταυτοποιήθηκε από το εξίδρωμα ποικιλίας του C. sativa που καλλιεργήθηκε στο θερμοκήπιο με TLC, αλλά η αγλυκόνη της (φθορογλουκινόλη) απομονώθηκε μετά από όξινη υδρόλυση του εξιδρώματος. Η φλωρογλυκινόλη αναγνωρίστηκε με πειράματα 1H NMR και GC/MS[85].
Σχήμα 12. Χημικές δομές απλών φαινολών κάνναβης
3.2. Φλαβονοειδή (34 Ενώσεις)
Τριάντα τέσσερα φλαβονοειδή απομονώθηκαν από το C. sativa (168-201), τα οποία θα μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν σε επτά βασικούς χημικούς σκελετούς που μπορούν να μεθυλιωθούν, να γλυκοσυλιωθούν (γλυκοσίδια C ή O), να προνυλιωθούν ή να γερανυλιωθούν (Σχήμα 13). Οι επτά χημικές δομές των φλαβονοειδών αγλυκονών είναι η οριεντίνη (orientin), βιξιτίνη (vitixin), ισοβιτεξίνη (isovitexin), απιγενίνη (apigenin), λουτεολίνη (luteolin), καιμπφερόλη (kaempferol) και κερσετίνη (quercetin). Οι λεπτομέρειες της απομόνωσης και των χημικών δομών 19 φλαβονοειδών (168–171, 173–175, 178–184, 187–188 και 193–195) που απομονώθηκαν από το C. sativa εξετάστηκαν από τους Turner et al. το 1980[3]. Τα φλαβονοειδή γλυκοσίδια, βιτεξίνη (vitexin) (172), κυτισοσίδη (cytisoside) (176) και κυτισοσίδη γλυκοσίδιο (cytisoside glucoside) (177), αναγνωρίστηκαν από φυτά καναδικής κάνναβης που αναπτύχθηκαν από σπόρους, όπου οι συγγραφείς χρησιμοποίησαν TLC, ένα υδρολυτικό τεστ και φασματοσκοπική ανάλυση UV για να προσδιορίσουν τις χημικές τους δομές[86]. Οι Crombie et al. απομόνωσαν δύο μεθυλιωμένες ισοπρενοειδείς φλαβόνες που ονομάζονται καννιφλαβόνη 1 (canniflavone 1) και καννιφλαβόνη 2 (canniflavone 2) απόμιαα ποικιλία κάνναβης στην Ταϊλάνδη[79]. Τέσσερα χρόνια αργότερα, οι Barrett et al. απομόνωσαν τις ίδιες δύο ενώσεις και τις ονόμασαν καννιφλαβίνη A (canniflavin A) (189, πρενυλφλαβόνη / prenyl flavone) και καννιφλαβίνη B (canniflavin B) (190, γερανυλφλαβόνη / geranyl flavone) από το αιθανολικό εκχύλισμα C. sativa. Οι δομές διευκρινίστηκαν χρησιμοποιώντας φασματοσκοπικές τεχνικές UV, 1H NMR και 13C NMR[87]. Το 2008, οι Radwan el al απομόνωσαν μια άλλη μεθυλιωμένη ισοπρενοειδή φλαβόνη, την καννιφλαβίνη C (canniflavin C) (191), μαζί με την 6-πρενυλαπιγενίνη (6-prenylapigenin) (185) και τη χρυσοεριόλη (chrysoeriol) (192), από μια ποικιλία υψηλής ισχύος C. sativa που αναπτύχθηκε σε πολικά κλάσματα τστην πολιτέια του Μισισιπή χρησιμοποιώντας συνδυασμό διάφορες χρωματογραφικές τεχνικές, όπως VLC, χρωματογραφία στήλης πυριτικής πηκτής και RP-HPLC. Το τμήμα γερανυλίου στην καννιφλαβίνης C (191) συνδέεται με το C-8 αντί για το C-6 όπως στην καννιφλαβίνη B με βάση την ανάλυση 1D και 2D NMR[80]. Ο γλυκοζίτης απιγενιν-6,8-δι-C-β-D-γλυκοπυρανοσίδη (glycoside apigenin-6,8-di-C-β-D-glucopyranoside) (186) απομονώθηκε από το μεθανολικό εκχύλισμα κάνναβης[88], δύο φλαβονοειδή γλυκοσίδες (196-197) απομονώθηκαν από τους κόκκους γύρης των αρσενικών φυτών μιας μεξικάνικης ποικιλίας C. sativa που καλλιεργήθηκε στο University of Mississippi. Οι χημικές τους δομές ταυτοποιήθηκαν ως καιμπφερολ-3-Ο-σοφοροσίδη (kaempferol-3-O-sophoroside) (196) και κερσετίνη-3-Ο-σοφοροσίδη (quercetin-3-O-sophoroside) (197) με βάση πειράματα 1D και 2D NMR και UV [89]. Το φλαβονοειδές γλυκοσίδιο ρουτίνη (rutin) (198) απομονώθηκε για πρώτη φορά από πηκτίνη κάνναβης. Το αιθανολικό εκχύλισμα καθαρίστηκε με μακροδικτυωτή ρητίνη, χρωματογραφία στήλης πυριτικής πηκτής και Sephadex-LH-20. Χρησιμοποιήθηκαν φασματοσκοπικές μέθοδοι (ESI-MS, 1H NMR, 13C NMR) για την ταυτοποίηση της χημικής δομής του[84].
Σχήμα 13. Χημικές δομές φλαβονοειδών κάνναβης
Τα φλαβονοειδή κερσετίνη (quercetin) (199), ναρινγκενίνη (naringenin) (200) και ναρινγκίνη (naringin) (201) αναγνωρίστηκαν και ποσοτικοποιήθηκαν στο υδροαλκοολικό εκχύλισμα ταξιανθίας κάνναβης από μονοοικογενείς ποικιλίες που καλλιεργήθηκαν στην Κεντρική Ιταλία. Τέσσερις ποικιλίες (Ferimon, Uso-31, Felina 32 και Fedora) αναλύθηκαν σε τέσσερα στάδια ανάπτυξης από την ανθοφορία έως την ωρίμανση χρησιμοποιώντας HPLC-PDA. Η ναρινγκενίνη (200) και ο γλυκοζίτης της η ναρινγκίνη (201) ανιχνεύθηκε μόνο στις ποικιλίες Fedora 17 και Ferimon, αντίστοιχα, ενώ η κερσετίνη (199) ήταν παρούσα στο υδροαλκοολικό εκχύλισμα των τεσσάρων ποικιλιών[90,91]. Η ναρινγκενίνη (200) ανιχνεύτηκε και ποσοτικοποιήθηκε επίσης στην βιομηχανική κάνναβη της ποικιλίας Futura 75 που καλλιεργείται στην Ιταλία και η ποσοτικοποίηση πραγματοποιήθηκε με HPLC-DAD-MS του υδατικού εκχυλίσματος[91].
3.3. Τερπένια (120 ενώσεις)
Προηγούμενες δημοσιεύσεις ανέφεραν 120[2,92] ή περισσότερα[93,94] τερπένια στην κάνναβη. Η αναζήτησή μας για τερπένια με τις σωστές χημικές δομές απέδωσε συνολικά 120 τερπένια. Τα τερπένια ή ισοπρενοειδή, αποτελούνται από τη δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία συστατικών κάνναβης. Αυτές οι ενώσεις είναι υπεύθυνες για το χαρακτηριστικό άρωμα του φυτού. Τα τερπένια μπορούν να ταξινομηθούν σε πέντε κύριες κατηγορίες: μονοτερπένια, σεσκιτερπένια, διτερπένια, τριτερπένια και διάφορα τερπένια. Από τα 120 τερπένια, υπάρχουν 61 μονοτερπένια (σκελετός C10), 51 σεσκιτερπένια (σκελετός C15), 2 διτερπένια (σκελετός C20), 2 τριτερπένια (σκελετός C30) και 4 διάφορες ενώσεις.
3.3.1. Μονοτερπένια (61 ενώσεις)
Εξήντα ένα μονοτερπένια (202–262) έχουν αναφερθεί από την κάνναβη. Μπορούν να ταξινομηθούν σε δύο διακριτές κατηγορίες: σε μονοτερπενικούς υδρογονάνθρακες και σε οξυγονωμένα μονοτερπένια. Τα μονοτερπένια κάνναβης μπορεί να είναι άκυκλα (γραμμικά), μονοκυκλικά ή δικυκλικά (Σχήμα 14 και Σχήμα 15).
Σχήμα 14. Χημική δομή μονοτερπενίων της κάνναβης (παράγωγα υδρογονάνθρακα)
Σχήμα 15. Χημική δομή οξυγονωμένων μονοτερπενίων της κάνναβης (ακυκλικά, μονοκυκλικά και δικυκλικά)
Το 1942, το κλάσμα τερπενίου χαμηλού σημείου βρασμού του αιγυπτιακού χασίς περιείχε δύο μονοτερπενικούς υδρογονάνθρακες: p-κυμένιο (p-cymene) (205) και μικρές ποσότητες 1-μεθυλ-4-ισοπροπενυλ-βενζολίου ή δεϋδρο-p-κυμένιου (1-methyl-4-isopropenyl-benzene ή dehydro-p-cymene) (208)[95]. Σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα, ένα άκυκλο μονοτερπένιο, το μυρσένιο (myrcene) (202) και το μονοκυκλικό μονοτερπένιο λιμονένιο (limonene) (209), εντοπίστηκαν στο αιθέριο έλαιο του φρέσκου, άγριου φυτού C. sativa από τον Καναδά[96].
Ενώσεις που σχετίζονται με τερπενοειδή ανιχνεύθηκαν από την υδροαπόσταξη του φρεσκοσυλλεγμένου C. sativa L. από την Ινδία[97]. Το αιθέριο έλαιο που προέκυψε από την υδροαπόσταξη υποβλήθηκε σε κλασματική απόσταξη, αποδίδοντας πέντε κλάσματα. Το κλάσμα 5 χρωματογραφήθηκε περαιτέρω σε αλουμίνα χρησιμοποιώντας πετρελαϊκό αιθέρα, βενζόλιο, αιθέρα και αλκοόλη διαδοχικά ως διαλύτες έκλυσης. Τα κλάσματα που συλλέχθηκαν με πετρελαϊκό αιθέρα συνδυάστηκαν και ονομάστηκαν Κλάσμα 5-Α, ενώ τα κλάσματα που συλλέχθηκαν με βενζόλιο ως σύστημα διαλύτη συνδυάστηκαν και γνωστά συλλογικά ως Κλάσμα 5-Β. Μετά από GC-MS και φυσικοχημικές αναλύσεις, ανιχνεύθηκαν είκοσι τέσσερις διαφορετικοί μεταβολίτες, από τους οποίους 12 μονοτερπένια δεν είχαν αναφερθεί προηγουμένως, συγκεκριμένα α-τερπινένιο (α-terpinene) (207), β-φελανδρένιο (β-phellandrene) (208), γ-τερπινένιο (γ-terpinene) (209b), α-τερπινολένιο (α-terpinolene) (210), α-πινένιο (α-pinene) (214), β-πινένιο (β-pinene) (215), καμφένιο (camphene) (216), λιναλοόλη (linalool) (221), α-τερπινεόλη (α-terpineol) (232), τερπινενο-4-όλη (terpinene-4-ol) (233), οξείδιο λιναλοόλης (linalool oxide) (243) και ένυδρο σαβινένιο (sabinene hydrate) (249)[97].
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ολλανδικά και τουρκικά δείγματα πτητικού ελαίου κάνναβης συγκρίθηκαν με τριχοειδική αέρια χρωματογραφία[98,99]. Τα πτητικά έλαια παρασκευάστηκαν με δύο μεθόδους: υδροαπόσταξη ή μέσω εκχύλισης αζώτου. Τα πτητικά έλαια εντοπίστηκαν ότι περιέχουν 18 συνολικά μονοτερπένια, επτά από τα οποία δεν είχαν εντοπιστεί προηγουμένως: cis-β-οκιμένιο (cis-β-ocimene) (203), trans-β-οκιμένιο (trans-β-ocimene) (204), α-φελλανδρίνη (α-phellandrene) (211), Δ3-καρένιο (Δ3-carene) (217), Δ4-καρένιο (Δ4-carene) (218), σαβινένιο (sabinene) (219) και α-θουένιο (α-thujene) (220). Το 1976, το οξυγονωμένο μονοτερπένιο, μ-μεθα-1,8-(9)-διεν-5-όλη (m-mentha-1,8-(9)-dien-5-ol) (229) αναγνωρίστηκε από το πτητικό έλαιο της κάνναβης[100].
Καθώς το άρωμα του C. sativa L. είναι υψηλής σημασίας για την ανίχνευση της παράνομης διακίνησης κάνναβης, διερευνήθηκε η σύνθεση των εκπεμπόμενων συστατικών αρώματος, χρησιμοποιώντας μια άμεση χρωματογραφική ανάλυση αερίων των συστατικών του αέρα που συγκεντρώθηκε στην κορυφή. Το πρότυπο κάνναβης καλλιεργήθηκε και συγκομίστηκε στο University of Mississippi και ελήφθησαν πραγματικά δείγματα από τις κατασχέσεις του τελωνείου. Τα δείγματα παρασκευάστηκαν ζυγίζοντας 1g από κάθε δείγμα, τοποθετώντας το σε μικροφιαλίδιο και θερμαίνοντας το δείγμα στους 65°C για 1 ώρα. Από το μικροφιαλίδιο, 5mL του αέρα που συγκεντρώθηκε στην κορυφή αφαιρέθηκαν χρησιμοποιώντας μια αεροστεγή σύριγγα και εγχύθηκαν απευθείας στον αέριο χρωματογράφο. Συνολικά ανιχνεύθηκαν 18 τερπενικές ενώσεις, από τις οποίες τρεις ενώσεις δεν είχαν αναφερθεί προηγουμένως, συγκεκριμένα η 2-μεθυλ-2-επτενο-6-όνη (2-methyl-2-heptene-6-one) (227), η φαινχυλική αλκοόλη (fenchyl alcohol) (254) και η βορνεόλη (borneol) (256)[101].
Παρασκευάστηκε το πτητικό έλαιο C. sativa μεξικάνικης προέλευσης και συνολικά 17 μονοτερπένια ταυτοποιήθηκαν στο έλαιο μέσω ανάλυσης GC-MS. Έξι οξυγονωμένα μονοτερπένια δεν είχαν ταυτοποιηθεί προηγουμένως, και συγκεκριμένα η νερόλη (nerol) (223), η γερανιόλη (geraniol) (224), η καρβακρόλη (carvacrol) (230), η 1,8-κινεόλη (1,8-cineol) (250), η 1,4-κινεόλη (1,4-cineol) (251) και η καμφορά (camphor) (258)[60]. Αργότερα το ίδιο έτος, η πιπεριτενόνη (piperitenone) (231) ανιχνεύθηκε και ταυτοποιήθηκε στο πτητικό λάδι της κάνναβης μέσω ανάλυσης GC-MS και αντιστοίχισης χρόνου κατακράτησης[102].
Συνολικά 55 μονοτερπένια εντοπίστηκαν από την ερευνητική ομάδα Bos τόσο το 1975 όσο και το 1978, με 24 να αναφέρθηκαν για πρώτη φορά από την κάνναβη, συμπεριλαμβανομένου του υδρογονάνθρακα μονοτερπενίου, 3-φαινυλ-2-μεθυλ-προπ-1-ένιο (3-phenyl-2-methyl-prop-1-ene) (213) και 23 οξυγονωμένοι υδρογονάνθρακες, συγκεκριμένα κιτράλη Β (citral B) (222), κιτρονελλόλη (citronellol) (226), γερανυλ-ακετόνη (geranyl acetone) (228), καρβόνη (carvone) (231), πουλεγόνη (pulegone) (235), διυδροκαρβόνη (dihydrocarvone) (236), β-τερπινεόλη (β-terpineol) (237), οξικός διϋδροκαρβυλεστέρας (dihydrocarveyl acetate) (238), ρ-κυμεν-8-όλη (p-cymene-8-ol) (239), β-κυκλοκιτράλη (β-cyclocitral) (241), σαφρανάλη (safranal) (242), οξείδιο cis-λιναλοόλη (cis-linalool oxide) (244), περιλλένιο (perillene) (245), σαβινόλη (sabinol) (246), θουτζυλική αλκοόλη (thujyl alcohol) (247), οξείδιο πιπεριτόνης (piperitone oxide) (252), οξείδιο πιπεριτενόνης (piperitenone oxide) (253), φενχόνη (fenchone) (255), οξικός βορνυλεστέρας (bornyl acetate) (257), ένυδρο καμφένιο (camphene hydrate) (259), α-οξείδιο πινενίου (α-pinene oxide) (260), πινοκαρβεόλη (pinocarveol) (261) και πινοκαρβόνη (pinocarvone) (262)[83,103]. Η χημική δομή των ταυτοποιημένων μονοτερπενίων φαίνεται στο Σχήμα 14 και στο Σχήμα 15.
Οι Ross & ElSohly μελέτησαν τη σύνθεση του αιθέριου ελαίου κάνναβης που παρασκευάστηκε με απόσταξη ατμού από μπουμπούκια κάνναβης, συλλέγοντας το έλαιο χρησιμοποιώντας την συσκευή πτητικού ελαίου ελαφρύτερο από το νερό. Η μελέτη περιελάμβανε την παρασκευή πτητικού ελαίου από φρέσκα μπουμπούκια, καθώς και δείγματα που ξηράνθηκαν και αποθηκεύτηκαν σε θερμοκρασία δωματίου σε τρία χρονικά σημεία: 1 εβδομάδα, 1 μήνα και 3 μήνες. Η σύνθεση των ελαίων στην συνέχεια προσδιορίστηκε με GC-MS και GC-FID, όπου η ποσοστιαία σύνθεση κάθε συστατικού προσδιορίστηκε με την μέθοδο GC-FID και η παρουσία των τερπενίων ταυτοποιήθηκε με GC-MS. Στη μελέτη εντοπίστηκαν συνολικά 68 συστατικά, με 57 να ταυτοποιούνται ως μοντερπένια, σεσκιτερπένια και άλλες ενώσεις, όπως κετόνες και εστέρες. Το έλαιο των φρέσκων μπουμπουκιών προσδιορίστηκε ότι έχει τη μεγαλύτερη σύνθεση μονοτερπενίων, περίπου 92,48%. Τα σεσκιτερπένια αντιπροσώπευαν το 6,84% της συνολικής ποσοστιαίας σύνθεσης και οι άλλες ενώσεις αντιπροσώπευαν μόνο το 0,68%. Η ανάλυση των δειγμάτων τριών μηνών έδειξε μείωση στην ποσοστιαία σύνθεση των μονοτερπενίων και αύξηση στην ποσοστιαία σύνθεση σεσκιτερπενίων και άλλων ενώσεων, όπου τα μονοτερπένια αντιπροσώπευαν 62,02% σύνθεση, τα σεσκιτερπένια ήταν 35,63% και άλλες ενώσεις αντιπροσώπευαν το 2,35% του το πτητικό λάδι. Τρία νέα οξυγονωμένα μονοτερπένια αναφέρθηκαν για πρώτη φορά σε αυτή τη μελέτη, συγκεκριμένα, ιψδιενόλη (ipsdienol) (225), cis-καρβεόλη (cis-carveol) (240) και cis-ένυδρο σαβινένιο (cis-sabinene hydrate) (248)[104].
3.3.2. Σεσκιτερπένια (51 ενώσεις)
Το 1942, πραγματοποιήθηκε μια μελέτη για την ανάλυση του κλάσματος υψηλότερου σημείου βρασμού του αιγυπτιακού χασίς, με αποτέλεσμα την ταυτοποίηση ενός σεσκιτερπενίου, του α-καρυοφυλλενίου (α-χουμουλένιο) (caryophyllene (α-humulene)) (263)[95]. Αυτό ήταν το πρώτο σεσκιτερπένιο που εντοπίστηκε στην κάνναβη. Περίπου 20 χρόνια αργότερα, εκτός από το α-καρυοφυλλένιο (263), το β-καρυοφυλλένιο (β-caryophyllene) (264) εντοπίστηκε στο πτητικό έλαιο του φρέσκου φυτού C. sativa, μέσω ανάλυσης GC[105]. Πέντε σεσκιτερπένια εντοπίστηκαν στο πτητικό έλαιο του ινδικού C. sativa το 1965. Αυτά τα σεσκιτερπένια ήταν, συγκεκριμένα, οξείδιο καρυοφυλλενίου (caryophyllene oxide) (265), κουρκουμένιο (curcumene) (266), α-τρανς-περγαμοτένιο (α-trans-bergamotene) (267), α-σελινένιο (α-selinene) (268) και β-φαρνεσένιο (β-farnesene) (269)[97]. Το 1973, τέσσερα νέα σεσκιτερπένια αναφέρθηκαν από την ανάλυση του πτητικού ελαίου του C. sativa, συγκεκριμένα το λονγκιφολένιο (longifolene) (270), το εποοξείδιο χουμουλένιου I (humulene epooxide I) (271), το εποοξείδιο χουμουλένιου II (humulene epooxide II) (272) και η καρυοφυλλενική αλκοόλη (καρυοφυλλενόλη) (caryophyllene alcohol (caryophyllenol)) (273)[106]. Το σεσκιτερπένιο β-βισαβολένιο (β-bisabolene) (274) έχει αναφερθεί μόνο σε μία μελέτη, η οποία περιελάμβανε την ανάλυση πτητικών στο headspace, πτητικού λαδιού και δειγμάτων κάνναβης από κατασχέσεις του τελωνείου[101]. Άλλα τρία σεσκιτερπένια, το αλλο-αρωματενδρένιο (allo-aromadendrene) (275), το καλαμενένιο (calamenene) (276) και α-κοπαένιο (α-copaene) (277), αναφέρθηκαν για πρώτη φορά από το αιθέριο έλαιο C. sativa που καλλιεργήθηκε στο Μεξικό το 1974. Οι ενώσεις ταυτοποιήθηκαν χρησιμοποιώντας και τα δύο, και GC/FID και GC/MS[102].
Το πτητικό έλαιο του C. sativa από το Μεξικό μελετήθηκε από τους Bercht & Paris το 1974, και συνολικά 17 μονοτερπένια ταυτοποιήθηκαν στο έλαιο μέσω ανάλυσης GC-MS. Ένα σεσκιτερπένιο, η νερολιδόλη (nerolidol) (278), αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά[60]. Χρησιμοποιώντας GC/MS και χρόνο κατακράτησης GC, το α-γκουρτζουνένιο (α-gurjunene) (279) ανιχνεύθηκε για πρώτη φορά στη ρητίνη C. sativa[102].
Το 1975, τέσσερα σεσκιτερπένια εντοπίστηκαν στο αιθέριο έλαιο της κάνναβης, δηλαδή τα ισο-καρυοφυλλένιο (iso-caryophyllene) (280), β-σελινένιο (β-selinene) (281), σελίνα-3,7(11)-διένιο (selina-3,7(11)-diene) (282) και σελίνα-4(14),7(11)-διένιο (selina-4(14),7(11)-diene) (283)[103]. Αυτά τα σεσκιτερπένια επιβεβαιώθηκε από την ίδια ερευνητική ομάδα ότι υπάρχουν στο αιθέριο έλαιο του C. sativa το 1978 με αναλύσεις GC και GC-MS[83]. Εκτός από το α-γκουρτζουνένιο (279), άλλα σεσκιτερπένια αναφέρθηκαν επίσης για πρώτη φορά σε αυτή τη μελέτη ήταν: α-βισαβολόλη (α-bisabolol) (284), α-κεδρένιο (α-cedrene) (285), α-κυβεμπένιο (α-cubebene) (286), δ-καδινένιο (δ-cadinene) (287), επι-β-σανταλένιο (epi-β-santalene) (288), φαρνεσόλη (farnesol) (289), γ-καδινένιο (γ-cadinene) (290), γ-ελεμένιο (γ-elemene) (291), γ-ευδεσμόλη (γ-eudesmol) (292), γουαϊόλη (guaiol) (293), λεδόλη (ledol) (294), trans-trans-α-φαρνεσένιο (trans-trans-α-farnesene)(295), (Ζ)-β-φαρνεσένιο ((Z)-β-farnesene) (296) και φαρνεσυλο-ακετόνη (farnesyl acetone) (297)[83]. Το 1996, εντοπίστηκαν 14 νέα σεσκιτερπένια και συγκεκριμένα α-καδινένιο (α-cadinene) (298), α-cis-περγαμοτένιο (α-cis-bergamotene) (299), α-ευδεσμόλη (α-eudesmol) (300), α-γουαϊένιο (α-guaiene) (301), α-λονγκιπινένιο (α-longipinene) (302), α-υλαγγίνη (α-ylangene) (303), β-ελεμένιο (β-elemene) (304), β-ευδεσμόλη (β-eudesmol) (305), επι-α-δισαβολόλη (epi-α-bisabolol) (306), γ-cis-δισαβολένιο (γ-cis-bisabolene) (307), γ-κουρκουμένιο (γ-curcumene) (308), γ-μουουρολένιο (γ-muurolene) (309), γ-trans-δισαβολένιο (γ-trans-bisabolene) (310) και βιριδιφλορένιο (viridiflorene) (311)[104]. Πρόσφατα, το γκερμακρένιο-Β (germacrene-B) (312) αποκαλύφθηκε, εκχυλίστηκε για πρώτη φορά από αιθέριο έλαιο κάνναβης και προσδιορίστηκε ποσοτικά με GC-MS, ενώ η κλοβανδιόλη (clovandiol) (313) εντοπίστηκε σε οργανικό εκχύλισμα ταξιανθίας κάνναβης των ποικιλιών Ferimon και Uso-31[90,107]. Οι χημικές δομές των αναφερόμενων σεκιτερπενίων φαίνονται στο Σχήμα 16.
Σχήμα 16. Χημικές δομές σεσκιτερπενίων της κάνναβης
3.3.3. Διτερπένια
Η φυτόλη (phytol) (314) και το νεοφυταδιένιο (neophytadiene) (315) είναι τα μόνα δύο τριτερπένια που αναφέρθηκαν από το C. sativa (Σχήμα 17). Ταυτοποιήθηκαν με GC-MS[83,90].
Σχήμα 17. Χημικές δομές διτερπενίων, τριτερπενίων και διάφορων τερπενίων της κάνναβης
3.3.4. Τριτερπένια
Δύο τριτερπένια έχουν εντοπιστεί στην κάνναβη (Σχήμα 17). Το 1971, η ανάλυση του αιθανολικού εκχυλίσματος των ριζών κάνναβης οδήγησε στην ταυτοποίηση δύο τριτερπενίων, της φριδελίνης (friedelin / friedelan-3-one) (316) και της επιφριδελανόλης (epifriedelanol) (317), μέσω φασματικών δεδομένων και σύγκρισης με αυθεντικά δείγματα[108].
3.3.5. Διάφορα Τερπένια
Συνολικά έχουν εντοπιστεί τέσσερα διάφορα τερπένια στην κάνναβη (Σχήμα 17). Δύο από αυτά, η βομιφολιόλη (vomifoliol) (318) και η διυδροβομιφολιόλη (dihydrovomifoliol) (319), είναι ενώσεις τύπου ισοφορόνης και απομονώθηκαν από ολλανδική κάνναβη[60]. Και τα δύο ταυτοποιήθηκαν από τους μίσχους και τα φύλλα του φυτού μέσω απομόνωσης, σύγκρισης φασματικών δεδομένων και σύνθεσης από (+)-α-ιονόνη. Οι άλλες δύο ενώσεις διαφορετικού τύπου ταυτοποιήθηκαν από το πτητικό έλαιο του C. sativa, δηλαδή η β-ιονόνη (β-ionone) (320) και το διυδροακτινιδιολίδιο (dihydroactinidiolide) (321)[83].
3.4. Αλκαλοειδή
Μόνο δύο αλκαλοειδή σπερμιδίνης (322-323) έχουν ταυτοποιηθεί στο C. sativa (Σχήμα 18). Το 1975, το πρώτο αλκαλοειδές σπερμιδίνης απομονώθηκε από ένα μεθανολικό εκχύλισμα ριζών κάνναβης από μια μεξικάνικη ποικιλία που καλλιεργήθηκε στην πολιτεία του Μισισιπή και αναγνωρίστηκε ως κανναβισατιβίνη (cannabisativine) (316) με κρυσταλλογραφία ακτίνων Χ[109]. Αργότερα το ίδιο έτος, η ίδια ένωση απομονώθηκε από ένα αιθανολικό εκχύλισμα ξηρών φύλλων και μικρών στελεχών μιας ποικιλίας της Ταϊλάνδης[110]. Το αιθανολικό εκχύλισμα εκχυλίστηκε και κατανεμήθηκε οξεοβασική, καθώς και υποβλήθηκε σε χρωματογραφία στήλης και λεπτής στιβάδας που ακολουθήθηκε από κρυστάλλωση του αλκαλοειδούς από ακετόνη.
Σχήμα 18. Χημική δομή των αλκαλοειδών της κάνναβης
Ένα χρόνο μετά την αναφορά της κάνναβης, το δεύτερο αλκαλοειδές σπερμιδίνης, δηλαδή η ανυδροκανναβισατιβίνη (anhydrocannabisativine) (323), απομονώθηκε από τα ξερά φύλλα και τους μικρούς μίσχους κάνναβης της μεξικανικής ποικιλίας που καλλιεργείται στην πολιτεία του Μισισιπή[111]. Η ένωση απομονώθηκε μέσω μιας σειράς εκχυλίσεων οξέος-βάσης και χρωματογραφίας πυριτικής πηκτής. Η ταυτότητα της ένωσης αποδείχθηκε με φασματική ανάλυση δεδομένων και με τη μετατροπή της κανναβισατιβίνης (322) σε ανυδροκανναβισατιβίνη (323). Το 1978, το αλκαλοειδές σπερμιδίνης απομονώθηκε από τις ρίζες και τα φύλλα μιας μεξικανικής ποικιλίας[112]. Το 1977, η ομάδα του Μισισιπή αναγνώρισε επίσης την ανυδροκανναβισατιβίνη (323) σε 15 διαφορετικές παραλλαγές κάνναβης χρησιμοποιώντας TLC που εκλύθηκε με χλωροφόρμιο:ακετόνη:αμμωνία (1:1:1)[113].
4. Συμπεράσματα
Μέχρι σήμερα, έχουν αναφερθεί πάνω από 500 συστατικά του Cannabis sativa, εκ των οποίων τα 125 έχουν ταυτοποιηθεί ότι ανήκουν στις ενώσεις τύπου κανναβινοειδούς, με πέντε νέα κανναβινοειδή να έχουν αναφερθεί τα τελευταία 2 χρόνια. Οι άλλες ενώσεις μη κανναβινοειδούς τύπου ταξινομούνται σε διάφορες χημικές κατηγορίες, συμπεριλαμβανομένων των αλκαλοειδών, των φλαβονοειδών, των μη κανναβινοειδών φαινολών και των τερπενίων. Αυτή η ανασκόπηση συζητά την χημεία, την αναγνώριση, την απομόνωση και την δομική διευκρίνιση αυτών των κύριων κατηγοριών ενώσεων, για να παρέχει μια επισκόπηση των χημικών τους δομών και να κατανοηθεί καλύτερα η πολυπλοκότητα του χημικού προφίλ του C. sativa.
Χρηματοδότηση
Αυτή η έρευνα δεν έλαβε εξωτερική χρηματοδότηση.
Δήλωση του Συμβουλίου Θεσμικής Αναθεώρησης
Δεν εφαρμόζεται
Δήλωση ενημερωμένης συναίνεσης
Δεν εφαρμόζεται
Δήλωση διαθεσιμότητας δεδομένων
Δεν εφαρμόζεται
Συγκρούσεις συμφερόντων
Οι συγγραφείς δηλώνουν ότι δεν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων
Υποσημειώσεις
Σημείωση εκδότη: Το MDPI παραμένει ουδέτερο όσον αφορά τις διεκδικήσεις δικαιοδοσίας σε δημοσιευμένους χάρτες και θεσμικές σχέσεις
Βιβλιογραφικές αναφορές
(υπάρχουν στο αρχικό αγγλικό άρθρο)


















